Η σιωπή στην Κύπρο
Η σιωπή στην Κύπρο είναι το αγγελικό και το μαύρο φως μαζί.
Κάποτε προστατεύει. Άλλοτε πνίγει.
Έχει μέσα της το δικαίωμα του να μην απολογείσαι, αλλά και το έγκλημα του να μην αντιδράς.
Είναι πράξη αξιοπρέπειας — και σύμπτωμα συνενοχής.
Αυτή τη σιωπή δεν την αντέχει το φως. Μα ούτε και το απόλυτο σκοτάδι τη φοβάται.
Είναι η σιωπή μας. Γι’ αυτό είναι τόσο επικίνδυνη.
Έχουμε συνηθίσει: ένα σκάνδαλο αποκαλύπτεται, μια αυτοκτονία συγκλονίζει, μια καταγγελία γίνεται πρωτοσέλιδο.
Συγκινούμαστε για λίγο, ανεβάζουμε ένα story, βάζουμε μια μαύρη κορδέλα — και μετά, επιστρέφουμε στη σιωπή.
Οι θεσμοί, οι πολιτικοί, οι πολίτες.
Όσοι μένουν να θυμούνται είναι εκείνοι που πονούν — και συνήθως μένουν μόνοι.
Όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν να δράσουν, οι πολίτες θα έπρεπε να ζητούν λογοδοσία. Μα δεν το κάνουν.
Ίσως γιατί βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι είμαστε όλοι — λίγο ή πολύ — διαπλεκόμενοι.
Σιωπούμε για να προστατέψουμε τις σχέσεις μας, τις δουλειές μας, τη θέση μας.
Και όταν κάποιος τολμά να μιλήσει — να σηκώσει το βλέμμα, να δείξει την πληγή — δεν ακούμε την αλήθεια του.
Τον αποδομούμε. Τον βαφτίζουμε «τρελό» για να τον εξαφανίσουμε.
Γιατί ο λόγος του διαταράσσει την ασφάλεια της σιωπής μας.
Το είδαμε με τον Στυλιανό. Ένα παιδί δεκατεσσάρων χρονών.
Γνωστό στις κοινωνικές υπηρεσίες. Εκτεθειμένο σε ενδοοικογενειακή βία.
Με φακέλους ξεχασμένους. Με επισκέψεις που δεν έγιναν ποτέ.
Και όταν αυτοκτόνησε, η απάντηση δεν ήταν η ανάληψη ευθύνης.
Ήταν τα πορίσματα, οι δικαιολογίες, οι επιτροπές, τα «θα δούμε».
Κανείς δεν τιμωρήθηκε. Κανείς δεν απολογήθηκε.
Και τελικά, δεν βάλαμε το μαχαίρι στο κόκκαλο — όπως υποσχεθήκαμε.
Το βλέπουμε ξανά και ξανά. Παιδιά που σωπαίνουν. Οικογένειες που καταρρέουν σιωπηλά.
Σχολεία που δεν βλέπουν — ή κάνουν πως δεν βλέπουν.
Λειτουργοί που συνθλίβονται μέσα σε έναν μηχανισμό που τους ζητά να σιωπήσουν και αυτοί. Να προσαρμοστούν.
Είναι λύση η τοποθέτηση κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία; Όχι από μόνη της.
Όχι αν δεν έχουν κύρος, ανεξαρτησία και πραγματική δυνατότητα να δράσουν.
Όχι αν εξαρτώνται από διευθυντές που φοβούνται τη δημοσιοποίηση.
Όχι αν κρατούν εκατοντάδες φακέλους και δεν έχουν στήριξη.
Το σύστημα, έτσι όπως είναι, θα τους εξουθενώσει. Και θα τους κάνει σιωπηλούς κι αυτούς.
Χρειαζόμαστε κοινωνικούς λειτουργούς με φωνή.
Που να προστατεύονται — για να μπορούν να προστατεύσουν.
Ολόκληρη η κοινωνία μας υποφέρει. Οικονομικά. Ψυχικά. Ηθικά.
Οι άνθρωποι δεν αντέχουν άλλο. Οι λογαριασμοί δεν βγαίνουν. Τα φάρμακα δεν φτάνουν.
Το άγχος φωλιάζει στα σπίτια. Και η βία αυξάνεται.
Ήσυχη. Καθημερινή. Ύπουλη.
Όταν η μάνα μετρά τα κέρματα για το γάλα. Όταν ο πατέρας χάνει τη δουλειά του.
Όταν το παιδί σωπαίνει για να μην τους επιβαρύνει.
Η βία έχει ήδη αρχίσει.
Κι όμως, την ώρα που η κοινωνία υποφέρει, ο κυβερνητικός λόγος συνεχίζει να μιλά για πρόοδο και ευημερία.
Στατιστικές. Αριθμοί. Δηλώσεις αισιοδοξίας.
Αλλά πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι — και πίσω από τις λέξεις, σιωπές.
Ποιοι είναι όμως αυτοί που διαχειρίζονται τις τύχες μας;
Ποια είναι η πορεία τους, η επαφή τους με την κοινωνική πραγματικότητα;
Οι περισσότεροι δεν έχουν δοκιμαστεί δημόσια, δεν έχουν λογοδοτήσει, δεν προέρχονται από ανοιχτές διαδικασίες.
Εκπροσωπούν τον θεσμό της Προεδρίας — αλλά όχι κατ’ ανάγκην την κοινωνία.
Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να τεθεί.
Γιατί Δημοκρατία δεν είναι μόνο να ψηφίζεις κάθε πέντε χρόνια —
Είναι και να έχεις λόγο σε όσους αποφασίζουν για σένα.
Κι αν όλα αυτά προβλέπονται από το Σύνταγμα, τότε ίσως ήρθε η ώρα να το επανεξετάσουμε.
Όχι για να καταλύσουμε θεσμούς, αλλά για να τους εκσυγχρονίσουμε.
Δεν μπορεί ένας μόνο άνθρωπος να ορίζει τη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου
Χωρίς δημόσια διαβούλευση, χωρίς διαφάνεια, χωρίς λογοδοσία.
Η Δημοκρατία δεν είναι μόνο η κάλπη.
Είναι η διαρκής δυνατότητα του πολίτη να συμμετέχει, να γνωρίζει, να ελέγχει.
Κι όταν αυτή η δυνατότητα χαθεί, μένει μόνο η βιτρίνα — όχι το πολίτευμα.
Δεν πάμε μπροστά με σπασμωδικές δηλώσεις και λόγια εντυπωσιασμού.
Δεν αλλάζει τίποτα με επιτροπές, πρόχειρες καμπάνιες και επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι αλήθεια. Είναι φωνές που δεν σωπαίνουν.
Και ένα όραμα που δεν διαπραγματεύεται τις αρχές του και δεν εξαγοράζεται.
Όλα μου τα κείμενα είναι πράξεις πολιτικές.
Όχι με τη φθαρμένη έννοια της πολιτικής — αλλά με την έννοια της ευθύνης.
Δεν είμαι πολιτικός. Είμαι φωνή. Είμαι εργαλείο.
Όπως έχω επανειλημμένα πει: χρησιμοποιήστε με για να πάμε μπροστά.
Δεν γράφω για να εντυπωσιάσω. Γράφω για να σπάσει η σιωπή.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, δεν αρκεί να διαπιστώνουμε.
Χρειάζεται να προτείνουμε. Να τολμήσουμε τον διάλογο.
Γι’ αυτό και καλώ σε μια δημόσια, ανοιχτή συζήτηση για τη θεσμική αναθεώρηση του τρόπου διορισμού των υπουργών
Και την ουσιαστική ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας.
Αυτά δεν είναι πολυτέλειες. Είναι αναγκαιότητες.
Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας. Και επιβίωσης.
Κάποτε ονειρεύτηκα τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου οργανισμού προστασίας των παιδιών,
Στη μνήμη του Στυλιανού — με το όνομά του: «Στυλιάνειος».
Μα κανείς δεν στάθηκε δίπλα μου. Κανείς δεν άκουσε.
Και νομίζω πως αυτό συνέβη γιατί αυτή η ιδέα προερχόταν από εμένα.
Αγαπώ τον τόπο μου — σημαίνει ότι αγαπώ όλους τους συμπολίτες μου.
Αγαπώ τον τόπο μου — σημαίνει ότι μιλώ, ότι βγαίνω μπροστά, ότι κάνω πράξη το όνειρό μου για όλους.
Όσοι στάθηκαν απέναντί μου, δεν αγαπούν τον τόπο τους — αγαπούν τον εαυτό τους.
Όσοι θέλησαν να με τιμωρήσουν, ήταν απλώς δειλοί και μικρόψυχοι.
Εγώ, θα συνεχίσω να φυτεύω ματσικόριδα.
Σε έναν τόπο γεμάτο νάρκισσους.
Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας
Ακτιβίστρια