Κάθε 1η Απρίλη , ο νους, συνειρμικά οδεύει προς δυο ατραπούς: το έθιμο αφενός, που δίνει δικαίωμα στο ψεύδεσθαι και την εποποιία του ’55 ’59 αφετέρου, με την οποία οι πολιτικοί λογαριασμοί παραμένουν ανοιχτοί, ακόμα. Για την πληγή αυτή θα μιλήσω, που χαίνει προάγοντας διχασμό και μίσος. Πρώτη εκδήλωση του μίσους, σχετική με το γεγονός της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, υπήρξε η κακεντρέχεια με την οποία το ΑΚΕΛ επέλεξε να τον ειρωνευθεί συνδυάζοντας τον με το έθιμο του ψέματος. 

Δεν θα σταθώ -σήμερα- στην κριτική των τότε, ούτε καν θα καταπιαστώ με το ήταν «σωστό» ή το «λάθος» του ένοπλου αγώνα. Ούτε βεβαίως με την επιλογή του Γρίβα ως στρατιωτικού αρχηγού. Ούτε με τις ευθύνες Μακαρίου. Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι ενώ η ιστοριογραφία αποτελεί ένα εκ των υστέρων αφήγημα, εν τούτοις αυτό ουδόλως μας επιτρέπει να την αντιμετωπίζουμε εργαλειακά, πόσο μάλλον διχαστικά. Όσοι βλέπουν το ιστορικό ανόρθωμα του ’55 ’59 ως περιοχή άντλησης εθνικού δηλητηρίου, όσοι το χρησιμοποιούν ως πηγή μίσους και άρουρα για καλλιέργεια διχασμού υποσκάπτουν θανάσιμα τόσο τα λαϊκά όσο και τα εθνικά συμφέροντα.

Η βαθιά σημασία της ιστοριογραφίας νοηματοδοτείται μόνο σαν αντικρίζεται ως πεδίο νηφάλιας άσκησης του θεωρείν, ως παιδαγωγικό εκθετήριο εμπειριών και γνώσεων που αποσκοπούν στην πνευματική και πολιτική καλλιέργεια και όχι στην μισαλλοδοξία. Την βλέπω συνεπώς σαν ένα αμόνι πάνω στο οποίο μπορεί και πρέπει, ή κοινωνία, να σφυρηλατήσει την αυτοσυνειδησία της και την ταυτότητα της. Αντί τούτου, δυστυχώς, το μνησικακείν έχει  το πάνω χέρι. Το μνησικακείν αυτό δεν έχει ούτε τελειωμό, δεν έχει γηρατειά ούτε και γιατρειά.

Τι είναι όμως η μνησικακία; Είναι η παρόξυνση προς τον άλλο, προς τον διπλανό. Παροξύνεται δε η αντιπαλότητα αυτή από ζήλια και φθόνο, τα δύο αυτά σαρκοβόρα συντρέφουν την αλαζονεία. Όστις τελεί  αιχμάλωτος του μνησικακείν, ακόμα κι αυτός που είναι έτοιμος να θυσιαστεί, για την πατρίδα και του Χριστού την πίστη, χάνει αδιακρίτως, έστω και προσωρινώς, την έλλογη σκέψη. Διότι ασυμβίβαστος είναι ο λόγος με το έρεβος της μισαλλοδοξίας.  

Υπάρχει αντίδοτο, ή είμαστε καταδικασμένοι στην διαρκή χαρμολύπη;

Η θεώρηση μου για το έπος του ’55 ’59 δεν είναι ούτε καθαρώς βιωματική-εμπειρική, (μια και έζησα τα γεγονότα) ούτε αμιγώς θεωρητική (αφού διαρκώς με απασχολούν θεωρητικά). Μπορεί η παιδική μου ψυχή να εξυψώθηκε στα χρόνια του υπέροχου αγώνα, όμως δεν έμεινα εκεί. Μυστήριες διεργασίες μέσα μου, πνευματικές και ψυχικές, στηριγμένες σε νέες πραγματικότητες και καινά δεδομένα συνετέλεσαν ώστε η σκέψη να επανερμηνεύει τα πεπραγμένα άλλοτε κριτικά και άλλοτε συγκαταβατικά.

Κάθε λαϊκή επανάσταση είτε νικηφόρα είτε όχι, είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το απαύγασμα κοινωνικών δυνάμεων των οποίων ο ψυχικός βρασμός έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο κορεσμού που να μη χωράει πια στο δοσμένο πολιτικό καθεστώς. Από την εξέγερση των δούλων σπαρτακιστών, μέχρι την Γαλλική επανάσταση και από τον ελληνικό ξεσηκωμό του 21, μέχρι τα αντιαποικιακό κινήματα, όλες οι εξεγέρσεις είχαν ως ορμητικό βάθρο την ιδέα της ελευθερίας.

Όσοι αμφισβητούν τη πρόθεση ετούτη υπηρετούν αλλότρια ιδεολογήματα, συγγενικά ή ταυτόσημα με την δουλοφροσύνη, την υποταγή και τον ραγιαδισμό. Θα το πω χωρίς περιστροφές. Όποιοι καταγγέλλουν συλλήβδην τον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον της αποικιοκρατίας, προσπαθώντας να πατήσουν πάνω σε διάφορα δήθεν, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μιλούν για οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα εκτός αυτού που προάγει την οσφυοκαμψία και την ηττοπάθεια. Μόνο ως αποτέλεσμα ενός χαλασμένου μυαλού μπορεί κάποιος, μπροστά στον πόθο για ελευθερία, στο πάθος για αξιοπρέπεια και στο ήθος για ανθρώπινα δικαιώματα, να αντιπαραθέτει αδιάλλακτο ιδεολογικό μίσος, ματαιοδοξία, αμοραλισμό και ολοκληρωτική απαξιωτική περιφρόνηση.

Για να μη παρεξηγηθώ. Δεν αναφέρομαι στην κριτική θεώρηση των λεπτομερειών του αγώνα. Ούτε στις όποιες λανθασμένες, έως και καταστροφικές επιλογές. Κατακρίνω αυτούς που λόγω και έργω επεδίωξαν και σε μεγάλο βαθμό πέτυχαν την απαξίωση  και την καταφρόνηση του συνόλου νοήματος του απελευθερωτικού μας αγώνα. Για να ικανοποιηθούν οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, για να κερδίσουμε μιαν αμφίβολη συμπάθεια των ξένων.

Κατακρίνω την υπόσκαψη και επιτηδευμένη, την στοχευμένη και συστηματική προσπάθεια που επιδιώκει να διαγράψει το μεγαλειώδες περιεχόμενο του αγώνα, ήτι τη ελευθερία, τον πάνδημο χαρακτήρα, κυρίως δε το βαθιά ελληνικό πνεύμα του αγώνα του ´55-’59.  Αυτή τη χυδαία επιχείρηση να κτιστεί μια μεταπρατική συνείδηση, τοπική, ψεύτικη, αστήρικτη ιστορικά και επιστημονικά, μια δήθεν συμφιλιωτική που κρύβει μίσος, την δήθεν κυπριακή που κρύβει τον χείριστο επαρχιωτισμό, την δήθεν υπεράνω εθνικών ταυτοτήτων, που όμως φανερώνει πως σκοπός είναι η χάλκευση μιας νέας και μισαλλόδοξης «εθνικής» συνείδησης.

Κατακρίνω αυτούς που εν δήμω πασχίζουν νυχθημερόν να αφαιρέσουν την αίγλη από τον υπέροχο άθλο, να αφαιρέσουν το φως από τα ιερά μνήματα. Βεβαίως κατακρίνω και τους κύκλους εκείνους που πεισματικώς προσκολλημένοι στον σοβινισμό λέρωσαν την ομορφιά του αντιαποικιακού έπους, εκείνους τους «πετσωματάδες» του εθνικισμού, τους αδελφοκτόνους, πραξικοπηματίες και μη.

Πολλοί υπήρξαν θύματα ενός εθνικόφρονος ρομαντισμού, ενός μεταφυσικού εθνικισμού, το παραδέχομαι. Υπήρξαν όμως και οι ολετήρες που όχι μόνο με λόγια αλλά και με βία πρόσβαλαν τα σεπτά πρόσωπα των Αυξεντίου, Παλληκαρίδη, Μάτση και τόσων άλλων.

Γιατί νοιώθω σήμερα την ανάγκη να υπερασπιστώ την αυτοθυσία των μεγάλων παιδιών της μικρής μας πατρίδας, το πνεύμα του αγώνα, την αίγλη και τον μύθο της ελευθερίας; Επειδή δεν αφορά μόνο εμένα και τη ραγισμένη μου συνείδηση. Επειδή πιστεύω πως στη δική μου απορία, ενδεχομένως να βρίσκονται συντεταγμένες πολλές από τις δικές σας ευαισθησίες. Επειδή, ειδικά αυτές τις μέρες, η συνείδηση εκτρέπεται σε περιοχές από όπου μπορεί να αντληθεί ελπίδα και δέος. Θέλω όμως  να κλείσω το πόνημα για την μεγάλη επέτειο, με λόγο θετικό και αισιόδοξο.

Ο απελευθερωτικός αγώνας του ’55 ’59, υπήρξε η ανώτερη, η κορυφαία ανόρθωση του νεότερου κυπριακού ελληνισμού. Της οφείλουμε πάνδημη κοινωνική αναγνώριση και αναφορά. Τα διδάγματα του είναι φωτεινά και διαχρονικά ακόμα και αν η ολοκλήρωση του σκόνταψε, τόσο σε εσωτερικά όσο και σε έξωθεν εμπόδια. Τα πρώτα δεν δικαιολογούν τη μονόπλευρη βλακώδη θέση ότι για όλα φταίνε οι άλλοι. Τα δεύτερα δεν δικαιολογούν τη μονοκόμματη ηλίθια άποψη ότι για όλα φταίμε εμείς. Στο συναμφότερον βρίσκεται η αλήθεια.

Καίριο σήμερα είναι να κρατήσουμε μέσα μας το φωταυγές παράδειγμα των πεσόντων, των αγωνισθέντων και αυτών που αντιστάθηκαν, ώστε να μπορούμε να μιλάμε ελεύθεροι και χωρίς φόβο. Να διατηρήσουμε το πνεύμα ζωντανό και όρθιο.

Η ελευθερία δεν θέλει μόνο αρετήν και τόλμην, θέλει και μνημόσυνα. Θέλει αναγνώριση, έστω και κατ´ επέτειον.