Στην Γενεύη έγινε, λένε, το πρώτο βήμα. Και η πλευρά μας θα θεωρεί επιτυχία και ευόδωση του στόχου της, αν μετά το καλοκαίρι επαναρχίσουν οι συνομιλίες από κει που μείναμε το 2017. Αυτό θα σημαίνει, ότι η Τουρκία απέσυρε την απαίτησή της για λύση δύο κρατών. Οι συνομιλίες θα επαναρχίσουν μέσα στο καθορισμένο πλαίσιο του ΟΗΕ για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Φυσικά στο μεταξύ έχει προστεθεί και μια άλλη παράμετρος, που εντάσσει στο συμφωνημένο πλαίσιο τις μέχρι τώρα συγκλίσεις και τις πρόνοιες του πλαισίου Γκουτέρες. Ο ΠτΔ αποδέχθηκε να συζητήσει και τις πρόνοιες αυτές.

Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο επανέναρξης των συνομιλιών, που για τη πλευρά μας αποτελεί επιτυχία, πρέπει να δούμε τι άλλο υπάρχει ως προϋπόθεση, που θα αποτελεί βαρίδιο για δυσμενείς εξελίξεις στη συνέχεια. Η πλευρά μας, που έχει αποδεχθεί τις μέχρι τώρα συγκλίσεις, μιλά για ένα κράτος με μία διεθνή προσωπικότητα, μία ιθαγένεια και φυσικά μία κυριαρχία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα εκεί που μείναμε με επιπρόσθετα στοιχεία τις μέχρι τώρα συγκλίσεις;

Μέχρι τώρα δεν μας είπαν, δεν ανακοίνωσαν ποιες είναι αυτές οι συγκλίσεις. Άλλοι λογαριάζουν ως σύγκλιση την εκ περιτροπής προεδρία, την μία ψήφο της κάθε πλευράς για λήψη απόφασης στην κεντρική κυβέρνηση και πολλά άλλα. Όμως μπορούμε να εντοπίσουμε κι εμείς μερικές συγκλίσεις, που υπάρχουν σε γραπτά κείμενα, τα ανακοινωθέντα δηλαδή των ηγετών των δύο πλευρών, που αποτελούν γραπτές δεσμεύσεις και επομένως μπορούμε με βεβαιότητα να τις χαρακτηρίσουμε ως συγκλίσεις.

Στο ανακοινωθέν των Χριστόφια – Ταλάτ στις αρχές του 2008 αναφέρεται ότι η ΔΔΟ θα αποτελείται από δύο συνιστώντα κρατίδια. Προσέξτε την ορολογία. Δύο συνιστώντα κρατίδια. Ο όρος συνιστώντα κρατίδια, καθορίζει ότι τα δυο συνιστώντα κρατίδια θα δημιουργήσουν την ΔΔΟ, που θα είναι ένα νέο κράτος. Αν η ΔΔΟ θα αποτελούσε μετεξέλιξη της Κ.Δ. σε ομοσπονδία, η συμφωνία θα έπρεπε να μιλά για δύο συνιστώντα κράτη, που θα αποτελούσαν τα συστατικά κράτη μιας ομοσπονδίας που υπάρχει και μετεξελίσσεται και δεν δημιουργείται από την αρχή με συνιστώντα κράτη. Η πρόνοια αυτή περιλαμβάνεται και στη συμφωνία Ανασταστασιάδη – Έρογλου, που καθορίζει, ότι «το Ομοσπονδιακό σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δύο συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς».

Τη υποχώρηση συμπληρώνει το κοινόν ανακοινωθέν Αναστασιάδη – Έρογλου στις 14/2/2014, που καταργεί την μία κυριαρχία εφόσον θα είναι διπλή και «η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.» Και προχωρά λέγοντας, ότι «όλοι οι πολίτες της ενωμένης Κύπρου θα είναι ταυτόχρονα πολίτες είτε της ελληνοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας είτε της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας.» Η μια ιθαγένεια θα υπάρχει μόνο στα χαρτιά.

Άλλη πρόνοια της συμφωνίας ορίζει ότι, «οι συνιστώσες πολιτείες θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση». Εδώ τίθεται και το θέμα των διεθνών συμφωνιών, που με εποικοδομητική ασάφεια δεν μιλά για τις διεθνείς συμφωνίες που υπέγραψε το παράνομο κράτος, αλλά τονίζει σαφώς, ότι τα συνιστώντα κράτη θα «ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους.»

Κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης, χωρίς πολιτική εξειδίκευση, αντιλαμβάνεται ότι η Κ.Δ. δεν θα μετεξελιχθεί σε ομοσπονδία, αλλά θα καταργηθεί και θα αντικατασταθεί από την ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία, που θα αποτελείται από δύο συνιστώντα, άρα ιδρυτικά και όχι συστατικά κράτη της ομοσπονδίας.

Με την δημιουργία της ΔΔΟ, είτε αποτελεί νέο κράτος, είτε αποτελεί μετεξέλιξη της Κ.Δ., η Κ.Δ. όπως την ξέρουμε σήμερα, θα καταργηθεί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δηλαδή θα αποδεχθεί στην ουσία υποβιβασμό ή κατάργηση της Κ.Δ. και θα απωλέσει όλα τα προνόμια της κυριαρχίας και της εξουσίας, που διατηρούσε από την ίδρυση της Κ.Δ. το 1960. Για την τεράστια αυτή αλλαγή, που αποτελεί τεράστια παραχώρηση της πλευράς η ελληνοκυπριακή πλευρά πρέπει να πάρει ανάλογα ανταλλάγματα και όχι να κάμει και άλλες παραχωρήσεις.

Πρέπει να διασφαλίσει ένα σωστό περιεχόμενο της ΔΔΟ. Πρέπει να διατυπωθεί γραπτώς και με σαφήνεια στο σύνταγμα ότι η κεντρική κυβέρνηση θα έχει την αποκλειστική κυριαρχία, την μία και μοναδική διεθνή προσωπικότητα και όλοι οι Κύπριοι πολίτες να κατέχουν μία και μοναδική υπηκοότητα. Η κεντρική κυβέρνηση πρέπει να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης διαβατηρίων, έκδοσης ενός νομίσματος και ελέγχου της οικονομίας με μία κεντρική τράπεζα. Τέλος, πρέπει η κεντρική κυβέρνηση να έχει υποχρέωση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για ολόκληρο τον κυπριακό λαό με άμεση σχέση του κράτους με τον πολίτη. Χωρίς αυτά ή με εποικοδομητική ασάφεια δεν θα έχουμε ένα κανονικό κράτος, αλλά μια συνομοσπονδία, έτοιμη ν’ οδηγηθεί στα δύο κράτη και την οριστική διχοτόμηση.

Για να ξεκινήσει η προσπάθεια για τελική λύση πρέπει πρώτα να καθοριστούν με σαφήνεια οι συγκλίσεις και το σημείο, όπου μείναμε το 2017. Και πρέπει επίσης να αφαιρεθεί κάθε σύγκλιση που είναι αντίθετη με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που πρέπει να έχει απόλυτη εφαρμογή σε όλη την επικράτεια, εφόσον η ΔΔΟ θα είναι ισότιμο μέλος της Ε.Ε.

Επομένως, η έναρξη διαπραγματεύσεων από κει που μείναμε δεν θα είναι μια καλή προοπτική για την εξεύρεση βιώσιμης λύσης για ένα κανονικό κράτος.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τη δική μας απάντηση στο δημοψήφισμα. Μπορεί να χρειαστεί ο λαός να διασώσει ξανά την Κ.Δ.