Προ μηνών θέλοντας να αντιληφθώ τί αντίληψη κυκλοφορεί για τους χειρισμούς του Προέδρου στο Κυπριακό έθεσα ακριβώς αυτό το ερώτημα σε ένα φίλο. Η απάντηση με κατέπληξε και την παραθέτω όπως τη θυμούμαι. ‘Γενικά είμαι ευχαριστημένος. Επεισε τους ξένους ότι επιθυμεί να προχωρήσει στο κυπριακό και όμως δεν θα δεχθεί αυτά που συζητούνται.’
Ολοι τελικά προσπαθούν κατ’ουσίαν να μαντέψουν τις προθέσεις του προέδρου. Αυτό όμως κατά την άποψη μου είναι πολύ εσφαλμένη προσέγγιση. Μεταμορφώνει τη συζήτηση περί της ασκούμενης πολιτικής στο κυπριακό σε μια συζήτηση ανώφελη περί του πατήματος ενός κουμπιού: θα πατήσει ο πρόεδρος το κουμπί της λύσης ή δεν θα το πατήσει… Το ερώτημα όμως αυτό είναι κατ’ουσίαν ψευδερώτημα. Και θα εξηγήσω γιατί.
Ο πρόεδρος δηλώνει με κάθε ευκαιρία ότι εμμένει ‘στη συμφωνημένη βάση’. Η συμφωνημένη βάση είναι βεβαίως η ΔΔΟ την οποία ο πρόεδρος δεν θέλει να αναφέρει ρητώς. Προφανώς για να μη χάσει ένα μέρος του λαϊκής του στήριξης. Ο πρόεδρος όμως δεν υπονοεί απλώς τη ΔΔΟ. Αναφέρεται στη ‘συμφωνημένη βάση’. Και η βάση αυτή είναι όλα αυτά που έχουν συζητηθεί και καταγραφεί μέσα από τα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2004. Είναι τα κοινά ανακοινωθέντα Χριστόφια Ταλατ, Αναστασιάδη – Ερογλου και είναι επίσης οι καταγραφείσες συγκλίσεις Χριστόφια Ταλάτ. Πέραν τούτου είναι και οι συγκλίσεις στις οποίες κατέληξε ο Αναστασιάδης με Ακινζι.
Αυτές αναδεικνύονται και στα έγγραφα που κατέθεσε η δική μας πλευρά επί Αναστασιάδη τα οποία τόσο ο Αναστασιάδης παλαιότερα όσο και ο Χριστοδουλίδης τώρα αρνούνται να δώσουν στη δημοσιότητα. Διότι ξέρουν ότι θα προκληθεί μεγάλη αναταραχή με την έκταση των παραχωρήσεων της πλευράς μας. Διότι είναι ένα πράγμα να αναφέρονται μερικές πτυχές στον αέρα, όπως η εκ περιτροπής προεδρία. Άλλο δε να τα δει κανείς ως ένα συγκροτημένο σύνολο.
Εκτός από την εμμονή του στη συμφωνημένη βάση, ο πρόεδρος αναφέρει συχνά ότι οι συνομιλίες θα εκκινήσουν από κει που έμειναν στο Κραν Μοντανά. Όπως επίσης δηλώνει αποδοχή των λεγομένων σημείων του ΓΓ. Αυτό επιβεβαιώνει την αποδοχή από πλευράς του, όλου του πιο πάνω όγκου των παραχωρήσεων οι οποίες οδήγησαν στην καταληκτική διαδικασία του Κραν Μοντανά. Τα δε σημεία του ΓΓ για τα οποία γίνεται λόγος είναι καταληκτικά σημεία προς επίλυση των εσχάτων διαφωνιών. Συνεπώς το όλο πλαίσιο αναφοράς Χριστοδουλίδη ενσωματώνει όλες τις χριστοφιαναστασιαδικές παραχωρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σε καμία περίπτωση ο Πρόεδρος δεν έχει επικρίνει πτυχές της πολιτικής Αναστασιάδη στο κυπριακό – εξάλλου πώς θα μπορούσε αφού ο ίδιος την υπηρέτησε.
Τελικά δεν είναι τυχαία και η φυσιογνωμία της προγραμματιζόμενης διαδικασίας. Πρόκειται για πενταμερή. Δηλαδή η ανάταξη της διαπραγμάτευσης δεν γίνεται με επαναφορά στο σημείο μηδέν ή κοντά στο μηδέν δηλαδή τη δικοινοτική συζήτηση.
Επιστρέφει στο σημείο όπου πάνω κάτω έχει ολοκληρωθεί η δικοινοτική συζήτηση και μπαίνουν στο παιγνίδι οι λεγόμενοι εγγυητές για την καταληκτική συζήτηση της θεωρούμενης διεθνούς πτυχής ως και κάποιων μικρών υποτίθεται εκκρεμοτήτων. Ας μη συζητήσουμε ότι ο πρόεδρος έκανε μάχη για την περίληψη και της Βρετανίας στο σχήμα της πενταμερούς το οποίο είναι διπλά προβληματικό. Αφενός διότι ιστορικά οι Βρετανοί λειτούργησαν υποστηρικτικά στις τουρκικές θέσεις. Αφετέρου διότι με αυτό τέτοιο διαπραγματευτικό σχήμα νομιμοποιείται ο καταλυτικός ρόλος των εγγυητριών δυνάμεων. Δηλαδή πλήρης παραμερισμός της ΚΔ. Πλήρης παραμερισμός του κυπριακού λαού προς όφελος των εγγυητριών δυνάμεων μία εκ των οποίων όχι μόνο δεν ενήργησε ως εγγυήτρια του συνταγματικού καθεστώτος αλλά το κατέλυσε! Με τη σιωπηρή ανοχή της έτερης εγγυήτριας – Μεγάλης Βρετανίας. Δηλαδή ούτε πως πέρασε μισός αιώνας και βάλε από την αποαποικιοποίηση της Κύπρου. Ούτε πώς η Κύπρος έγινε πλήρες μέλος μιας ΕΕ κλπ κλπ.
Πέραν από το ουσιαστικό και διαδικαστικό όμως υπάρχουν και οι τρέχουσες θέσεις της Τουρκίας. Αυτή εμμένει σε καθεστωτική εξίσωση των μερών. Αυτό το προωθεί η Τουρκία όχι διότι επιθυμεί τη διχοτόμηση. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε δημιουργία ελληνοτουρκικού συνόρου στην Κύπρο. Κάτι που προφανώς βδελύσσεται η Τουρκία. Απλώς η καθεστωτική εξίσωση σβήνει εντελώς τα πεπραγμένα της εισβολής και της κατοχής και ευκολύνει την κατ’ ισομοιρίαν διανομή του μελλοντικού κυπριακού κεντρικού κράτους. Από τη μια λοιπόν υπάρχει αυτή η τουρκική θέση και η άρνηση της τουρκικής πλευράς να επανέλθει στη διαπραγμάτευση εκτός αν αυτό γίνει δεκτό από εμάς. Από την άλλη υπάρχει η επιμονή του προέδρου για έναρξη διαπραγμάτευσης διότι όπως λέει ‘υπάρχει παράθυρο ευκαιρίας’. Με αυτό το σκηνικό ευλόγως οι ξένοι αναμένουν από την πλευρά μας (αφού επιμένουμε ότι υπάρχει προοπτική) κάτι να δώσουμε για να ικανοποιηθεί η θεμελιακή, προκαταρκτική θέση των Τούρκων. Δηλαδή να δώσουμε κάτι προς την κατεύθυνση της καθεστωτικής αναγνώρισης του ψευδοκράτους.
Συμπερασματικά συνεπώς πρέπει να λεχθεί το εξής. Ο, τι και να ελπίζει κανείς∙ ό, τι και να προβλέπει στο ερώτημα αν ο Προέδρος θα πατήσει το κουμπί της λύσης ή όχι, οι ενέργειες του έχουν επικαθορίσει το αποτέλεσμα. Ηδη, με δική του σύμπραξη έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ασφυκτικού εναγκαλισμού της ελληνικής πλευράς. Αν μάλιστα κρύβονται άλλες προθέσεις στις απόκρυφες γωνιές του μυαλού του αυτές είναι κυριολεκτικά άσχετες. Με την έννοια ότι και να αποφασίσει να διαφωνήσει ή να αποτρέψει τη διαφαινόμενη τερατώδη λύση οι δικές του πράξεις την έχουν επωάσει.