Η ανίχνευση γενετικού υλικού (DNA) σε έναν τόπο εγκλήματος (ή σκηνή θανάτου όταν η εγκληματική ενέργεια δεν είναι βέβαιη) αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη διαλεύκανση περιστατικών ανθρωποκτονίας, αυτοκτονίας, ή ατυχημάτων. Το DNA λειτουργεί ως σιωπηλός «μάρτυρας» που μπορεί να αποδείξει τη φυσική παρουσία κάποιου σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Ισχύει όμως και το αντίθετο, vice-versa; Μπορεί η μη ανίχνευσή του να οδηγήσει αδιάσειστα στο συμπέρασμα περί απουσίας τρίτων στη σκηνή του θανάτου;
Η υπόθεση του Βασίλη Καλογήρου αναδεικνύει ένα βασικό ερώτημα: η μη ανίχνευση DNA συνεπάγεται την απουσία τρίτων από τη σκηνή θανάτου; Η απάντηση είναι απλή: όχι. Η εγκληματολογική ανάλυση δεν λειτουργεί αντίστροφα – η μη εύρεση DNA δεν αποκλείει την παρουσία τρίτων ή την εγκληματική ενέργεια.
Η ιατροδικαστική επιστήμη καλείται να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση σε ένα κρίσιμο ερώτημα:
1. Απουσία ξένου DNA (δηλ. ανιχνεύθηκε DNA του ίδιου του θανόντος, αλλά όχι τρίτου); ή
2. Aπουσία κάθεDNA (δηλ. δεν βρέθηκε κανένα ίχνος DNA, ούτε του θανόντος ούτε οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου).
Η απάντηση είναι καθοριστική, καθώς καθοδηγεί την ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών και επηρεάζει άμεσα τη δικονομική αξιολόγηση των ευρημάτων.
Στο πρώτο σενάριο, η μη ανίχνευση ξένου γενετικού υλικού ενισχύει το ενδεχόμενο ότι δεν υπήρξε εγκληματική ενέργεια, υποδεικνύοντας φυσικό ή ατυχηματικό θάνατο. Ωστόσο, δεν αποκλείει την πιθανότητα ενός «καθαρού» εγκλήματος (clear crime), όπου ο δράστης έλαβε προφυλάξεις για να μην αφήσει ίχνη. Ένα τέτοιο σενάριο συνάδει με περιπτώσεις όπου ο δράστης έκανε χρήση γαντιών, απέφυγε την άμεση επαφή με το θύμα ή ακόμα και καθάρισε επιμελώς τη σκηνή. Ειδικά σε περιπτώσεις θανάτωσης με δηλητήριο, στραγγαλισμού με αντικείμενο (π.χ. καλώδιο ή ζώνη, που δεν αφήνει δερματικά κύτταρα ή υγρά) ή πυροβολισμού από απόσταση, η απουσία ξένου DNA είναι αναμενόμενη.
Στο δεύτερο σενάριο, η μη ανίχνευση οποιουδήποτε γενετικού υλικού – ούτε του θανόντος ούτε τρίτου προσώπου – διατηρεί ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα: εγκληματική ενέργεια, ατύχημα ή φυσικός θάνατος. Πιθανοί λόγοι που μπορεί να εξηγήσουν αυτήν την απόλυτη απουσία DNA περιλαμβάνουν περιβαλλοντικούς παράγοντες, μεγάλη χρονική παρέλευση, επιμόλυνση ή λανθασμένη αποθήκευση του γενετικού υλικού πριν την εργαστηριακή ανάλυση. Έρευνες δείχνουν πως η παρατεταμένη έκθεση του πτώματος σε θερμότητα, υγρασία ή άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες μπορεί να αλλοιώσει το DNA σε σημείο μη ανιχνευσιμότητας. Εξ’ ού και η ανάλυση γενετικού υλικού σε θύματα πυρκαγιάς καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Σε αυτό το σενάριο, το DNA δεν μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, καθιστώντας ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη εξέτασης εναλλακτικών αποδεικτικών μέσων, όπως τοξικολογικές αναλύσεις, ψηφιακά δεδομένα και ιατροδικαστικά ευρήματα που να αποδεικνύουν ή να αποκλείουν τραύματα συμβατά με εγκληματική ενέργεια.
Συμπέρασμα: Η ποινική δικονομία δεν αξιώνει την ύπαρξη DNA ως sine qua non προϋπόθεση για να αποδείξει ενοχή, αθωότητα ή τον τρόπο θανάτου. Σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις θανάτου, όπως εν προκειμένω του Βασίλη Καλογήρου, η απουσία DNA δεν είναι ούτε «smoking gun» ούτε τεκμήριο φυσικού, ατυχηματικού θανάτου. Αντίθετα, είναι ένα αποδεικτικό κενό που πρέπει να αξιολογηθεί με επιστημονική και νομική οξυδέρκεια σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά μέσα.