Πέρασαν ήδη ογδόντα σχεδόν χρόνια από τότε που οι εμπνευστές του Ευρωπαϊκού οράματος Jean Monnet, Robert Schuman Altiero Spinelli, Winston Churchill, Konrad Adenauer  και άλλοι έθεσαν τα θεμέλια του πιο φιλόδοξου οικοδομήματος ειρήνης που γνώρισε η ανθρωπότητα μετά την τραγωδία του B’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Από τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), όπως τελικά  μετεξελίχθηκε η προσπάθεια  ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρόσφερε στους Ευρωπαϊκούς λαούς σημαντικές  υπηρεσίες με κυρίαρχη τη για 80 τόσα χρόνια σχεδόν αδιατάραχτη ειρηνική συμβίωση των λαών της.

Ένα επίτευγμα πρωτόγνωρο για τους λαούς της  ρημαγμένης από τους πολέμους  ηπείρου μας. Παρά τη πολύτιμη αυτή προσφορά της η ΕΕ συνεχίζει μέχρι σήμερα να παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις στη θεσμική της συγκρότηση, λειτουργία και κυρίως στη συνοχή της.

Οι παράγοντες αυτοί έχουν σαν αποτέλεσμα η Ένωση να διαθέτει περιορισμένη, αν όχι αναιμική, παρουσία στο διεθνές γίγνεσθαι. Το γεωπολιτικό, οικονομικό και διπλωματικό της αποτύπωμα στον σημερινό κόσμο, ιδιαίτερα τα τελευταία 20  χρόνια  παραμένει περιορισμένο, αν τούτο συγκριθεί με το αποτύπωμα των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου, των ΗΠΑ της Κίνας και ίσως της Ρωσίας.

Ως να μη έφτανε η δομική αδυναμία που η Ένωση παρουσιάζει από την ίδρυσή της, το 2020 ήλθε η έξοδος της Βρετανίας  από αυτή, πράγμα  που οδήγησε  στην παραπέρα συρρίκνωση του ρόλου της Ένωσης στον σημερινό κόσμο. Από τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές που άνοιξε η αποχώρηση της Βρετανίας από την ίδια. Και παρά τα όσα λέγονται σε κύκλους της ΕΕ η πραγματικότητα  βοά πως η Ένωση θα ήταν πολύ διαφορετική και αναντίλεκτα ισχυρότερη αν η Βρετανία παρέμενε μέλος της.

Στη Βρετανία από την άλλη πλευρά η επιχειρηματική κοινότητα, τα ερευνητικά κέντρα, τα φημισμένα της πανεπιστήμια και σειρά  άλλων αντιπροσωπευτικών φορέων της χώρας κάνουν συνεχείς εκκλήσεις προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας όπως επανεξετάσουν την όλη σχέση ΕΕ-Βρετανίας προς όφελος του Βρετανικού λαού. Η Υπουργός Οικονομικών της χώρας κυρία Rachel Reeves  παλεύει απεγνωσμένα να επιτύχει μικρό έστω ρυθμό ανάπτυξης της  σκληρά δοκιμαζόμενης βρετανικής οικονομίας.

Το καλοκαίρι  του 2024 ο λαός της Βρετανίας ανέδειξε με μεγάλη πλειοψηφία στην εξουσία το Εργατικό Κόμμα με ηγέτη τον Sir Keir Starmer. Από τη μέρα της ανάδειξής του στην πρωθυπουργία, τόσο ο ίδιος ο Πρωθυπουργός όσο και ο Υπουργός των Εξωτερικών κ. David Lammy τοποθετούνται τόσο με αρθρογραφία όσο και με δημόσιες δηλώσεις και πρωτοβουλίες υπέρ ενός restart (επανεκκίνησης) στις σχέσεις της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη, τόσο από τον Πρωθυπουργό όσο και τον Υπουργό Εξωτερικών της χώρας υπέρ μιας πιο ουσιαστικής και στενής κατά το δυνατόν σχέσης με την Ένωση υπήρξαν:

1. Η σοβαρή γεωπολιτική εξέλιξη /επιδείνωση της διεθνούς κατάστασης με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την επικίνδυνα  αυξανόμενη διεκδικητική  στάση της Κίνας στην περιοχή της Άπω Ανατολής, καθώς και η επάνοδος στην εξουσία των ΗΠΑ του Προέδρου Trump και των στενών συνεργατών του (Elon Mask κ.α).

O Πρόεδρος Trump και η ομάδα που κυβερνά σήμερα τις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν, τόσο τη Βρετανία όσο και την ΕΕ με έκδηλη περιφρόνηση, αν όχι εμφανή εχθρότητα. (Χαρακτηριστική η απειλή του Προέδρου Trump για επιβολή δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ, καθώς και η απροκάλυπτη επέμβαση του κ. Elon Mask, υπερυπουργού της διακυβέρνησης  Trump  στα εσωτερικά της Βρετανίας με την έκκληση  του στον Βρετανό  βασιλιά να εκδιώξει από την εξουσία τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας). Αποκορύφωμα της Αμερικανικής στάσης έναντι της Ευρώπης υπήρξε η πρόσφατη, αφόρητα υβριστική ομιλία του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ J.D Vans  στο πρόσφατο συνέδριο του Μονάχου για τη διεθνή ασφάλεια.

2. Η αναγνώριση από πλευράς Βρετανικής κυβέρνησης  ότι  η έξοδος της Βρετανίας από την  ΕΕ(Brexit) συνέβαλε ουσιαστικά στην επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας  διογκώνοντας τα τεράστια προβλήματα της  βρετανικής οικονομίας.

3. Τέλος, η εντυπωσιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης στη Βρετανία. Διαδοχικές σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης  με πιο πρόσφατη  αυτή του YouGov  εμφανίζουν τον λαό της χώρας να αναγνωρίζει ότι διέπραξε ιστορικό λάθος το 2016 όταν ψήφιζε υπέρ της εξόδου του ΗΒ από την Ένωση.

Με βάση τη δημοσκόπηση της YouGov μόνο το 30% του Βρετανικού λαού πιστεύει ότι το  Brexit ήταν σωστή επιλογή, το δε 55% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της επανένταξης της χώρας στην ΕΕ. Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στη Βρετανία ο Πρωθυπουργός κ. Starmer δήλωσε πως η επανεκκίνηση των σχέσεων Βρετανίας – ΕΕ δεν θα οδηγούσε στην επανένταξη της χώρας στην ενιαία Αγορά, σε Τελωνειακή ΄Ένωση της Βρετανίας με την Ένωση ή στην ελεύθερη διακίνηση πολιτών ανάμεσα στις δυο πλευρές.

Παρά τη δέσμευση αυτή του κ. Starmer έχω την άποψη πως οι τεκτονικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί από την εκλογή του κ. Trump στις ΗΠΑ και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται σήμερα η Βρετανία από την αμερικανική υπερδύναμη, ο κ. Starmer έχει χρέος να επανεξετάσει τις πιο πάνω «κόκκινες γραμμές του». Αυτό υπαγορεύει το πολιτικό και οικονομικό συμφέρον πρώτα του Βρετανικού λαού αλλά και της Ευρώπης ευρύτερα. Και να τολμήσει τη θαρραλέα υπέρβαση εργαζόμενος για επάνοδο της Βρετανίας  στην ευρωπαϊκή οικογένεια με την πλήρη ένταξη της χώρας στην Ένωση. Κάθε άλλη επιλογή θα ήταν ενάντια στα συμφέροντα του Βρετανικού λαού καθώς και των Ευρωπαϊκών χωρών μελών της Ένωσης.

Από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις σε επίπεδο ευρωπαίων γραφειοκρατών, η Ευρώπη εμφανίζεται πολύ θετική στην ιδέα αποκατάστασης μιας ιδιαίτερα στενής σχέσης με τη Βρετανία. Χαρακτηριστικές οι συμβολικές πρώτες επισκέψεις του Πρωθυπουργού κ. Starmer σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ( Βερολίνο – Παρίσι κ.α) αμέσως μετά την εκλογή του και οι σχετικές δηλώσεις των πλευρών. Ακόμα πιο χαρακτηριστική η πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού της Πολωνίας κ. Donald Tusk, η χώρα του οποίου προεδρεύει αυτό εξάμηνο της ΕΕ ο οποίος απευθυνόμενος στους Βρετανούς δήλωσε θαρραλέα «Είστε ακόμη στη καρδιά μας. Ακόμη μας λείπετε»

Δεν χρειάζεται πιστεύω ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταδειχθεί το όφελος που θα προέκυπτε τόσο για τη Βρετανία όσο και για την ΕΕ μέσα από την επάνοδο της Βρετανίας στην Ένωση. Αρκεί μόνο να αναφερθούν μερικές χαρακτηριστικές ιδιότητες της Βρετανίας για να διαπιστωθεί το όφελος και για τις δυο πλευρές. Η Βρετανία λοιπόν είναι:

α) σημαντική χώρα και αγορά 60 εκατομμυρίων ανθρώπων

β) χώρα με αναπτυγμένη οικονομία και διεθνές κύρος.

γ) χώρα με αδιαμφισβήτητη δημοκρατική παράδοση, που η συμμετοχή της στην Ένωση θα συνέβαλλε ουσιαστικά  στην αντιμετώπιση αντιδημοκρατικών τάσεων που απειλούν σήμερα την Ένωση. (βλ. άνοδος ακροδεξιάς σε  Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κ.α)

δ) χώρα με πυρηνικό οπλοστάσιο και σημαντική πολεμική βιομηχανία,   που θα επιτάχυνε  και ενίσχυε σημαντικά την ασφάλεια ολόκληρης  της ΕΕ.

ε) χώρα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

στ) χώρα της οποίας η παρουσία στην ΕΕ θα ενίσχυε σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και τις άλλες υπερδυνάμεις του σύγχρονου κόσμου.

Σε μια εποχή όπου η ΕΕ κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί μέσα από τη σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ – ΚΙΝΑ – ΡΩΣΙΑ)  η δε Βρετανία να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο ως παράγοντας του διεθνούς γίγνεσθαι, συντρέχουν  σοβαροί λόγοι και για τις δυο πλευρές  να χειριστούν το θέμα μιας νέας σχέσης με ιδιαίτερη προσοχή και κυρίως πολιτικό θάρρος στοχεύοντας στην πλήρη ενσωμάτωση/ένταξη της Βρετανίας στο Ευρωπαϊκό μας οικοδόμημα.

Την ώρα που διατυπώνονται οι σκέψεις αυτές ο Γάλλος Πρόεδρος  Emmanuel Macron  συγκαλεί  έκτακτη σύσκεψη ευρωπαίων ηγετών, για να μελετήσουν τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται ανά το παγκόσμιο. Θέμα εξειδικευμένο που θα απασχολήσει τη διάσκεψη είναι και η δημιουργία κοινού ταμείου των χωρών μελών της Ένωσης (ευρωομόλογο) για προάσπιση της ευρωπαϊκής άμυνας και Ασφάλειας, (περιλαμβανομένης της Ουκρανίας) αλλαγή που πρότειναν και προωθούν οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης και Πολωνίας  κ.  Donald Tusk.

Τον προσεχή Απρίλιο έχει προγραμματιστεί επίσημη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Βρετανού πρωθυπουργού κ. Starmer και της ηγεσίας της ΕΕ με αντικείμενο της «επανεκκίνηση» των σχέσεων Βρετανίας – ΕΕ. Οι ηγέτες των πλευρών έχουν χρέος να  συνειδητοποιήσουν  πως η ιστορία  κτυπά τη πόρτα τους και τους καλεί να δουν με καθαρή ματιά  τα άμεσα και κυρίως τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ηπείρου μας, των ευρωπαϊκών λαών στο σύνολό τους. Και αντί να περιοριστούν στη δημιουργία του πιο πάνω Ταμείου για την άμυνα της Ευρώπης να μελετήσουν με τόλμη τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου Στήριξης της Κοινής μας Μοίρας (European Fund for the Support of our Common Destiny) με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θωρακίζοντας με τον τρόπο αυτό την ενότητα της ηπείρου μας, τον πολιτισμό μας, τον τρόπο ζωής μας  που σήμερα απειλούνται από τους όποιας απόχρωσης,  εφήμερα  ισχυρούς της γης.

* Πρώην Υπουργός.