Το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ) της Κύπρου παρουσίασε πρόσφατα προσχέδιο για την αναμόρφωση του συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου. Το υφιστάμενο σύστημα, το οποίο εφαρμόζεται για δεκαετίες χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, έχει δεχθεί εκτεταμένη κριτική για την αδυναμία του να συμβάλει στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και στη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Η πρόταση του ΥΠΑΝ επιδιώκει να εισαγάγει ένα πιο δίκαιο, σύγχρονο και αντικειμενικό μηχανισμό αξιολόγησης, που θα είναι εστιασμένος στην ανάπτυξη των εκπαιδευτικών δεξιοτήτων και στην ποιοτική αναβάθμιση των σχολείων. Στο παρόν άρθρο, θα γίνει αναλυτική αξιολόγηση του νέου προτεινόμενου συστήματος, θα παρουσιαστούν οι βασικές αρχές του, θα αναδειχθούν οι πιθανές προκλήσεις και προβληματισμοί και, τέλος, θα διατυπωθούν εισηγήσεις για βελτίωσή του.
Υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης
Το σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που εφαρμόζεται στην Κύπρο εδώ και δεκαετίες έχει επικριθεί για διάφορους λόγους. Η αξιολόγηση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις υποκειμενικές κρίσεις των επιθεωρητών, χωρίς τη χρήση πολλαπλών εργαλείων ή μεθόδων. Δεν υπάρχει συστηματικός μηχανισμός που να επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς να αξιολογούν τον εαυτό τους και να λαμβάνουν εποικοδομητικά σχόλια για τη βελτίωσή τους. Επιπλέον, η διαδικασία αξιολόγησης χαρακτηρίζεται από ισοπεδωτική προσέγγιση, καθώς σπάνια καταγράφονται διαφοροποιήσεις μεταξύ εκπαιδευτικών, γεγονός που υπονομεύει τη σκοπιμότητα της διαδικασίας. Ακόμη, το σύστημα αξιολόγησης δεν συνδέεται άμεσα με προγράμματα κατάρτισης, καθιστώντας δύσκολη την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών, ενώ χαρακτηρίζεται από στατικότητα και γραφειοκρατία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις σύγχρονες εκπαιδευτικές τάσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αδυναμίες, η ανάγκη για αλλαγή είναι επιτακτική. Το προτεινόμενο νέο σύστημα στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών μέσα από μια πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει διάφορους φορείς και διαφορετικά στάδια αξιολόγησης.
Βασικές αρχές του προτεινόμενου συστήματος
Η νέα πρόταση αξιολόγησης βασίζεται στην πολυπρόσωπη και πολυδιάστατη αξιολόγηση, που περιλαμβάνει όχι μόνο τους επιθεωρητές αλλά και τους διευθυντές των σχολείων και, ενδεχομένως, τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς μέσω αυτοαξιολόγησης. Αυτό αποσκοπεί στην αντικειμενικότερη αποτίμηση του έργου των εκπαιδευτικών μέσα από ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα. Τα κριτήρια αξιολόγησης καθορίζονται με σαφήνεια και μετρήσιμα χαρακτηριστικά, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετες κρίσεις, ενώ αναπτύσσονται δομημένα εργαλεία αξιολόγησης, όπως ερωτηματολόγια, δείκτες ποιότητας και επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθοδολογίες. Το νέο σύστημα συνδέει την αξιολόγηση με την επαγγελματική ανέλιξη, ώστε οι εκπαιδευτικοί να έχουν πρόσβαση σε προγράμματα επιμόρφωσης και να ενισχύσουν τις δεξιότητές τους. Η εισαγωγή του θεσμού του “Ανώτερου Εκπαιδευτικού” δίνει τη δυνατότητα στους έμπειρους εκπαιδευτικούς να παραμείνουν στην τάξη χωρίς να αναγκάζονται να μεταβούν σε διοικητικές θέσεις. Παράλληλα, προβλέπεται διαφοροποίηση των μεθόδων αξιολόγησης, με συνδυασμό ποιοτικών και ποσοτικών εργαλείων, όπως παρατηρήσεις στην τάξη, ανατροφοδότηση μαθητών και γονέων, καθώς και αξιολόγηση από συναδέλφους και διευθυντές, ενώ εφαρμόζονται διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με την εκπαιδευτική βαθμίδα. Τέλος, εισάγεται η έννοια της μεταξιολόγησης, όπου οι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν συγκεκριμένες συστάσεις για βελτίωση και τους δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, ενώ παράλληλα αξιολογούνται και οι ίδιοι οι αξιολογητές, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητά τους.
Προκλήσεις, προβληματισμοί και εισηγήσεις
Παρά τα θετικά στοιχεία της νέας πρότασης, υπάρχουν ορισμένες προκλήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητά της εφαρμογής της. Ένα βασικό ζήτημα είναι η αποδοχή του νέου συστήματος από τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι ενδεχομένως να το αντιληφθούν ως μια επιπλέον γραφειοκρατική ή τιμωρητική διαδικασία αντί ως ένα εργαλείο βελτίωσης. Για να αποφευχθεί αυτό, είναι σημαντικό το ΥΠΑΝ να προωθήσει μια κουλτούρα επαγγελματικής ανάπτυξης. Επιπλέον, η διασφάλιση αντικειμενικότητας στην αξιολόγηση αποτελεί μια πρόκληση, καθώς, παρότι η πολυπρόσωπη αξιολόγηση μπορεί να μειώσει την υποκειμενικότητα, τίθεται το ερώτημα αν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς θα λειτουργούν με απόλυτη αμεροληψία. Η συνεχής κατάρτιση των αξιολογητών και η ύπαρξη μηχανισμών μεταξιολόγησης είναι κρίσιμα στοιχεία για την εξασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος. Παράλληλα, η εφαρμογή ενός σύγχρονου συστήματος αξιολόγησης απαιτεί οικονομικούς πόρους, προσωπικό και τεχνολογικές υποδομές, και είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι όλα τα σχολεία, ανεξάρτητα από την τοποθεσία και τις υποδομές τους, θα έχουν τη δυνατότητα να το εφαρμόσουν αποτελεσματικά. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος η αξιολόγηση να επιβαρύνει υπερβολικά το εκπαιδευτικό προσωπικό, καθιστώντας τη διαδικασία μια πρόσθετη διοικητική υποχρέωση που θα αποσπάσει χρόνο από τη διδασκαλία.
Για την αποτελεσματική εφαρμογή του νέου συστήματος, προτείνονται διάφορες βελτιώσεις. Είναι αναγκαία η εισαγωγή υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς, ώστε να είναι ενήμεροι για τη διαδικασία αξιολόγησης και να κατανοούν τη σημασία της. Η διαφάνεια στη διαδικασία μπορεί να ενισχυθεί με τη δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας όπου οι εκπαιδευτικοί θα έχουν πρόσβαση στα κριτήρια αξιολόγησης, και να έχουν δυνατότητα παρατηρήσεων και προτάσεων βελτίωσης. Πριν από τη γενική εφαρμογή του νέου συστήματος, προτείνεται η δοκιμή του σε πιλοτική βάση, ώστε να εντοπιστούν τυχόν αδυναμίες και να γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές. Τέλος, είναι ζωτικής σημασίας η συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών οργανώσεων, στη διαμόρφωση του νέου συστήματος, ώστε να επιτευχθεί ευρύτερη αποδοχή και συναίνεση.
Πέραν από τις προκλήσεις που έχουν ήδη αναφερθεί, υπάρχουν επιπρόσθετες αδυναμίες και προβληματισμοί που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επιτυχή εφαρμογή του. Αυτά σχετίζονται τόσο με την τεχνική και οργανωτική διάσταση της αξιολόγησης όσο και με τις πιθανές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα.
Πιθανός ανταγωνισμός και εσωτερικές τριβές
Ένα σύστημα αξιολόγησης που συνδέεται άμεσα με προαγωγές, κίνητρα ή συνέπειες ενδέχεται να δημιουργήσει ανταγωνισμό μεταξύ των εκπαιδευτικών. Αντί να ενισχύει τη συνεργασία και τη συλλογικότητα, υπάρχει ο κίνδυνος να ενθαρρύνει ατομικιστικές συμπεριφορές, όπου οι εκπαιδευτικοί θα επιδιώκουν να βελτιώσουν την προσωπική τους αξιολόγηση εις βάρος της ομαδικής εργασίας. Αυτό μπορεί να επηρεάσει το γενικότερο κλίμα στα σχολεία, δημιουργώντας εντάσεις μεταξύ συναδέλφων ή ακόμη και μεταξύ διευθυντών και εκπαιδευτικών.
Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, η αξιολόγηση θα πρέπει να έχει ως κύριο στόχο τη συλλογική βελτίωση και όχι τον ανταγωνισμό. Η εισαγωγή κινήτρων που αφορούν ολόκληρες σχολικές μονάδες και όχι μόνο μεμονωμένους εκπαιδευτικούς μπορεί να ενισχύσει τη συνεργασία. Επίσης, θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα σύστημα που να ενθαρρύνει τη συναδελφική υποστήριξη, όπως αξιολόγηση μέσω μεντορίας (mentoring) ή καθοδήγησης (coaching) μεταξύ εκπαιδευτικών.
Ρίσκο υπερβολικής τυποποιημένης αξιολόγησης
Η χρήση μετρήσιμων δεικτών και τυποποιημένων εργαλείων αξιολόγησης είναι σημαντική για τη διασφάλιση αντικειμενικότητας. Ωστόσο, άν η διαδικασία επικεντρωθεί υπερβολικά σε ποσοτικά δεδομένα, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η ουσία της διδασκαλίας. Η ποιότητα ενός εκπαιδευτικού δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο μέσα από αριθμητικές αξιολογήσεις ή προκαθορισμένα κριτήρια, καθώς το έργο του επηρεάζεται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, όπως η σύνθεση της τάξης, οι κοινωνικές συνθήκες των μαθητών και η δυναμική κάθε σχολικής κοινότητας.
Για να αποφευχθεί η υπερβολική τυποποίηση, η αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει και ποιοτικά στοιχεία, όπως η προσωπική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού, η ικανότητα διαχείρισης της τάξης και η προσαρμοστικότητα σε δύσκολες συνθήκες. Ένα εργαλείο όπως η αυτοαξιολόγηση του ίδιου του εκπαιδευτικού, σε συνδυασμό με περιγραφική ανατροφοδότηση από επιθεωρητές και συναδέλφους, μπορεί να εξισορροπήσει το ποσοτικό κομμάτι της αξιολόγησης.
Επαρκής κατάρτιση/προετοιμασία των αξιολογητών
Ένα σύστημα αξιολόγησης είναι τόσο αξιόπιστο όσο και οι άνθρωποι που το εφαρμόζουν. Η διαδικασία θα απαιτήσει εκπαιδευμένους και αμερόληπτους αξιολογητές, οι οποίοι θα μπορούν να κρίνουν με βάση παιδαγωγικές αρχές και όχι προσωπικές αντιλήψεις ή προϋπάρχουσες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, οι αξιολογητές (επιθεωρητές, διευθυντές) μπορεί να μην έχουν την απαιτούμενη εκπαίδευση ή εμπειρία για να εφαρμόσουν αποτελεσματικά ένα τέτοιο σύστημα.
Πριν από την πλήρη εφαρμογή του νέου συστήματος, θα πρέπει να υπάρξει ένα εκτενές πρόγραμμα κατάρτισης για τους αξιολογητές, το οποίο θα καλύπτει παιδαγωγικές μεθόδους, αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και δεοντολογικά ζητήματα. Επιπλέον, η δημιουργία ομάδων ανεξάρτητων αξιολογητών, που δεν ανήκουν στην ίδια σχολική μονάδα με τους εκπαιδευτικούς που αξιολογούν, θα συμβάλει στην αύξηση της αντικειμενικότητας.
Διαχείριση της ψυχολογικής επιβάρυνσης των εκπαιδευτικών
Η διαρκής παρακολούθηση και αξιολόγηση μπορεί να δημιουργήσει ένα αίσθημα άγχους και πίεσης στους εκπαιδευτικούς, ιδιαίτερα αν η αξιολόγηση συνδέεται άμεσα με επαγγελματικές συνέπειες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) και να μειώσει την αυτοπεποίθηση και τη δημιουργικότητα των διδασκόντων.
Είναι σημαντικό να ενσωματωθούν στην αξιολόγηση μηχανισμοί υποστήριξης των εκπαιδευτικών, όπως προγράμματα μεντορίας, συμβουλευτική υποστήριξη και ευκαιρίες ανατροφοδότησης χωρίς επιπτώσεις. Επίσης, οι αξιολογήσεις θα πρέπει να γίνονται σε ένα πλαίσιο που προωθεί την επαγγελματική ανάπτυξη και όχι την τιμωρία, ώστε να μειωθεί το άγχος των εκπαιδευτικών.
Δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής σε ειδικές περιπτώσεις
Τα σχολεία δεν είναι όλα ίδια, ούτε λειτουργούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Υπάρχουν σχολικές μονάδες σε απομακρυσμένες ή υποβαθμισμένες περιοχές, όπου οι εκπαιδευτικοί εργάζονται κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ένα ενιαίο σύστημα αξιολόγησης μπορεί να είναι άδικο για εκπαιδευτικούς που αντιμετωπίζουν προκλήσεις που δεν υφίστανται σε άλλα σχολεία.
Το σύστημα θα πρέπει να διαθέτει μια προσαρμοστική προσέγγιση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες κάθε σχολείου και εκπαιδευτικού. Η αξιολόγηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει έναν δείκτη προσαρμογής, που θα συνυπολογίζει το κοινωνικοοικονομικό προφίλ της σχολικής κοινότητας, τη σύνθεση της τάξης και άλλους σχετικούς παράγοντες.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος της Κύπρου, ωστόσο η επιτυχία του εξαρτάται από τον προσεκτικό σχεδιασμό και την ευέλικτη εφαρμογή του. Παρότι που κατά κύριο λόγο παρουσιάζει θετικές πτυχές, η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την ορθή εφαρμογή της, την αποδοχή της από την εκπαιδευτική κοινότητα και τη διασφάλιση αντικειμενικότητας και προσαρμοστικίτητας. Η συνεχής αξιολόγηση, ανατροφοδότηση και βελτίωση της διαδικασίας θα είναι καθοριστική για τη μακροπρόθεσμη επιτυχία της. Οι επιπλέον αδυναμίες που εντοπίστηκαν αφορούν τον κίνδυνο δημιουργίας ανταγωνιστικού κλίματος, το ενδεχόμενο υπερβολικής τυποποίησης της αξιολόγησης, την ανεπαρκή εκπαίδευση των αξιολογητών, την ψυχολογική πίεση στους εκπαιδευτικούς και την ανάγκη προσαρμογής του συστήματος στις ειδικές συνθήκες κάθε σχολείου. Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις, προτείνονται λύσεις που περιλαμβάνουν τη διαμόρφωση ενός συνεργατικού συστήματος αξιολόγησης, την ενσωμάτωση ποιοτικών και ποσοτικών κριτηρίων, την εκπαίδευση των αξιολογητών, τη δημιουργία μηχανισμών υποστήριξης για τους εκπαιδευτικούς και την προσαρμογή του συστήματος στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε σχολικής μονάδας. Με αυτά τα μέτρα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία, εξασφαλίζοντας πραγματική βελτίωση στην ποιότητα της εκπαίδευσης.
*Καθηγητής στο Philips University, πρώην Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, πρώην Πρόεδρος του European Quality Assurance Register (EQAR), και μέλος πρώτου Συμβουλίου του Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης (ΔΙΠΑΕ). a.orphanides@philipsuni.ac.cy