Οι αντιδράσεις σε μια επιχειρούμενη αλλαγή καταδεικνύουν τα «τυφλά σημεία» (blindspots) ενός κοινωνικού συστήματος – σημεία που, θεωρούμενα αυτονοήτως αποδεκτά, εκλαμβάνονται ως ά-θικτα. Σε μια ορθολογική κοινωνία, όταν τα μέχρι τούδε «αυτονόητα» θέματα έρχονται στην επιφάνεια, καθίστανται αντικείμενο δημόσιου προβληματισμού. Στο μέτρο που η συζήτηση είναι υψηλού επιπέδου, εμπλουτίζεται ο δημόσιος βίος: ωθούμαστε να προβληματιστούμε αν πρέπει να διατηρήσουμε ή να αλλάξουμε κάτι που θεωρούσαμε αυτονοήτως αποδεκτό. Η πρόταση της Υπουργού Παιδείας, η οποία συζητείται για πάνω από τέσσερις μήνες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αναφορικά με τη θέσπιση κανονισμών για τη δυνατότητα προσφοράς ξενόγλωσσων, αυτοχρηματοδοτούμενων προπτυχιακών προγραμμάτων από τα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου (η συναφής νομοθεσία είχε ψηφισθεί το 2016), είναι ρηξικέλευθη (αν και όχι όσο θα έπρεπε) – θίγει τα τυφλά σημεία του δημόσιου συστήματος Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΑΕ). Πρώτον, εισάγει την ξενόγλωσση προπτυχιακή εκπαίδευση. Δεύτερον, παρακάμπτει τις Παγκύπριες Εξετάσεις (ΠΕ). Τρίτον, εισάγει δίδακτρα. Όλα αυτά είναι ριζοσπαστικώς νέα στοιχεία στη λειτουργία της δημόσιας ΑΕ της Κύπρου.

Η ριζοσπαστικότητα των προτάσεων, ευλόγως προκαλεί αντιδράσεις. Δεν θα ήταν υγιές αν δεν υπήρχαν αντιδράσεις. Όσοι παραπονούνται ότι «συζητούμε διαρκώς τα αυτονόητα στην Κύπρο», αποκαλύπτουν τα δικά τους αυτονόητα – τον ενίοτε πατερναλιστικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το δημόσιο διάλογο. Πρέπει να συν-αναζητούμε. Ανήκω σε αυτούς που και θεωρούν εύλογες τις αντιδράσεις και διαφωνούν με αυτές. Εξηγούμαι.

Τα κύρια επιχειρήματα των αντιδρώντων διατυπώνονται με λιτότητα και διαύγεια στην κοινή ανακοίνωση πέντε οργανώσεων (ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ, ΦΕΠΑΝ, ΣΓΜΕ, ΔΣΕΜ). «Οι πέντε Οργανώσεις εκφράζουν την έντονη διαφωνία τους με την εισαγωγή των ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων και σε αποφοίτους Κυπριακών σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης γιατί με τη διαδικασία αυτή (1) υπονομεύονται τα δημόσια σχολεία, (2) καταστρατηγούνται οι Παγκύπριες Εξετάσεις ως διαδικασία πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και (3) δημιουργούνται διαδικασίες άνισης μεταχείρισης των αποφοίτων των δημοσίων σχολείων με τους αποφοίτους των ιδιωτικών σχολείων και (4) ανοίγεται διάπλατα το ενδεχόμενο καταβολής διδάκτρων από τους φοιτητές στα υφιστάμενα προπτυχιακά προγράμματα» (η αρίθμηση δική μου). Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Οι αντιδράσεις στα ξενόγλωσσα αυτοχρηματοδοτούμενα

➤ Πρώτον, πώς υπονομεύονται τα δημόσια σχολεία όταν τα ξενόγλωσσα προγράμματα θα είναι ελάχιστα (π.χ. στο Πανεπιστήμιο Κύπρου γύρω στα 3-4 μεταξύ δεκάδων ελληνόγλωσσων); Η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών και μαθητριών δημοσίων σχολείων θα εξακολουθεί να φοιτά στα πολλά υφιστάμενα ελληνόγλωσσα προγράμματα. Επιπλέον, οι θέσεις εισακτέων στα ξενόγλωσσα θα είναι επιπρόσθετες αυτών που εισάγονται με ΠΕ. Κανείς δεν χάνει.

➤ Δεύτερον, ναι, παρακάμπτονται οι ΠΕ, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι για τα ξενόγλωσσα προγράμματα θα κρίνονται με διεθνείς, έγκυρες εξετάσεις (International Baccalaureate [ΙΒ], A-Levels). Το κρίσιμο ερώτημα είναι: γιατί όχι; Γιατί πρέπει να μεταχειριζόμαστε τις ΠΕ σαν ιερή αγελάδα; Ναι είναι αδιάβλητες, αλλά, παιδαγωγικά είναι προβληματικές. Μήπως υπερτερούν οι ΠΕ από το ΙΒ και τα A-Levels; Όχι, βέβαια.

Ποια είναι η διεθνής πρακτική; Πάνω από 4500 πανεπιστήμια σε 110 χώρες δέχονται το ΙΒ. Η ευρύτατη χρήση του ΙΒ από τα καλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως αποτελεί τεκμήριο της εγκυρότητάς του. Παρόμοια είναι η τάση με τα A-Levels. Σε χώρες της βόρειας Ευρώπης, παράλληλα με τυχόν εθνικές εξετάσεις, γίνονται αποδεκτές και διεθνείς εξετάσεις. Στη Νορβηγία, τη Δανία και τη Φινλανδία, λ.χ., το ΙΒ αναγνωρίζεται πλήρως για την είσοδο στα πανεπιστήμια. Παράλληλα, τα πανεπιστήμια των χωρών αυτών μπορούν να απαιτήσουν τις δικές τους επιπρόσθετες εξετάσεις.

Γιατί να μη διευρύνουμε κι εμείς τον τρόπο πρόσβασης στη δημόσια ΑΕ, συγχρονιζόμενοι με τον λοιπό αναπτυγμένο κόσμο; Γενικότερα, με αφορμή τα ξενόγλωσσα προγράμματα, τολμούμε να υιοθετήσουμε έναν πληθυντικό τρόπο εισαγωγής στη δημόσια ΑΕ συνολικά (είτε ΠΕ, είτε ΙΒ, είτε A-Levels); Αν βρεθεί τολμηρή κυβέρνηση να το κάνει αυτό, θα δώσει τη δυνατότητα και σε μαθητές των (επί το πλείστον) ξενόγλωσσων ιδιωτικών σχολείων στην Κύπρο να σπουδάσουν στη χώρα τους. Αυτοί οι μαθητές δεν είναι λίγοι – αποτελούν το 20% του συνόλου των μαθητών.

➤ Τρίτον, σε τι συνίσταται η ανισότητα στη μεταχείριση των αποφοίτων δημοσίων και ιδιωτικών σχολείων; Σήμερα η ανισότητα είναι, από μια άποψη, ακριβώς αντίστροφη: τα παιδιά των ξενόγλωσσων ιδιωτικών σχολείων δεν μπορούν να σπουδάσουν στα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας τους (η ύλη που διδάσκονται διαφέρει από αυτή των ΠΕ). Ακόμα και με τη θέσπιση ξενόγλωσσων προγραμμάτων, ωστόσο, η ανισότητα παραμένει, εφόσον τα ξενόγλωσσα θα είναι ελάχιστα. Είναι δίκαιος αυτός ο αποκλεισμός; Οι γονείς των παιδιών αυτών δεν είναι φορολογούμενοι πολίτες; Γιατί να χάνουμε ανθρώπινο κεφάλαιο στο εξωτερικό;

Το υπόρρητο επιχείρημα των αντιδρώντων είναι ότι οι Κύπριοι φοιτητές των ξενόγλωσσων προγραμμάτων, οι οποίοι θα είναι απόφοιτοι ιδιωτικών σχολείων της Κύπρου, θα «αγοράζουν» την εισαγωγή τους, πληρώνοντας δίδακτρα. Το επιχείρημα είναι αστείο, εφόσον οι εισαγόμενοι στα ξενόγλωσσα προγράμματα θα πρέπει να περάσουν από απαιτητικές διεθνείς εξετάσεις. Ωστόσο, η συσχέτιση της πιθανής εισαγωγής με την οικονομική κατάσταση των υποψήφιων αξίζει προσοχής.

Το γεγονός ότι παιδιά ανώτερων εισοδηματικά οικογενειών θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης στα ξενόγλωσσα (και λόγω διδάκτρων και λόγω πιθανών φροντιστηρίων) δεν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τη σημερινή κατάσταση της εισαγωγής μέσα από τις ΠΕ, όπου οι πιο πλούσιες οικογένειες μπορούν να αυξάνουν την πιθανότητα εισαγωγής των παιδιών τους μέσω ιδιωτικών φροντιστηρίων. Ένα επίπεδο ανισοτήτων είναι ανεξάλειπτο στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Ωστόσο, όπως υποστήριξε ο αείμνηστος προοδευτικός φιλόσοφος Τζον Ρολς, ένα επίπεδο ανισοτήτων είναι ανεκτό αν βελτιώνεται η ευημερία των αδύναμων σε σχέση με μια διευθέτηση πλήρους εξισωτισμού. Το ρεαλιστικό ερώτημα είναι: τι υποτροφίες θα δίνονται από τα δημόσια πανεπιστήμια σε οικονομικά ασθενέστερους φοιτητές των ξενόγλωσσων προγραμμάτων; Εδώ το κράτος οφείλει να έχει ρυθμιστικό ρόλο.             

➤ Τέταρτον, το θέμα των διδάκτρων είναι επίμαχο, πράγματι, αλλά όχι για τους λόγους που επικαλούνται οι αντιδρώντες. Και η υπουργός Παιδείας και οι πρυτάνεις των δημοσίων πανεπιστημίων της Κύπρου έχουν τονίσει ότι η πρόσβαση στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση μέσω των ΠΕ είναι, και θα είναι, δωρεάν. Βεβαίως, ουδεμία επίσημη διαβεβαίωση θα πείσει όποιον/α διαπράττει το επιχειρηματολογικό σφάλμα του «ολισθηρού κατήφορου» (slippery slope argument), ότι δηλαδή ένα μέτρο θα οδηγήσει σε έναν ολισθηρό κατήφορο αυξανόμενων αρνητικών συνεπειών. Το βάρος της απόδειξης, όμως, είναι δικό τους.

Η θέσπιση διδάκτρων σε μέρος της προπτυχιακής ΑΕ θέτει το σημαντικό ερώτημα για το κατά πόσο η ΑΕ μετατρέπεται σε αγοραίο αγαθό. Ακολούθως, τίθεται το ερώτημα για το ρόλο του κράτους στην προάσπιση του κοινού καλού. Οι απαντήσεις δεν μπορεί να είναι αμιγώς ιδεολογικές ή φιλοσοφικές, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την εμπειρική πραγματικότητα, με τον ίδιο τρόπο που π.χ. οι αντιλήψεις περί υποβοηθούμενης ευθανασίας οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις τεχνολογικές, ιατρικές και αξιακές εξελίξεις.

Το νέο περιβάλλον

Σήμερα, το περιβάλλον της ΑΕ στην Κύπρο χαρακτηρίζεται από (α) στενότητα κρατικών πόρων, (β) έντονη διεθνοποίηση, (γ) πληθυντικότητα (ποικιλία φορέων παροχής ΑΕ (δημόσιων και ιδιωτικών, εγχώριων και αλλοδαπών), ενσωμάτωση της ΑΕ στον ευρύτερο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό χώρο (με ό,τι νομικά συνεπάγεται αυτό), και δυνατότητα επιλογών εκ μέρους των υποψηφίων φοιτητών και των οικογενειών τους), και (δ) λειτουργική υβριδικότητα (δημόσια πανεπιστήμια υιοθετούν αγοραία κριτήρια (π.χ. στα μεταπτυχιακά  προγράμματα) και αποδέχονται ιδιωτικές δωρεές· ιδιωτικά πανεπιστήμια τελούν υπό κρατικό ρυθμιστικό έλεγχο· μη κρατικοί, μη κερδοσκοπικοί φορείς (π.χ. Ινστιτούτο Κύπρου) παρέχουν υπηρεσίες έρευνας και ΑΕ). Ένα είναι βέβαιο: η μονολιθικότητα αποτελεί παρελθόν στις ψηφιακές, μεταβιομηχανικές κοινωνίες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξανόμενης δημοσιονομικής στενότητας, ενισχυόμενης πληθυντικότητας και διεθνοποίησης, και υψηλής υβριδικότητας, τα δημόσια πανεπιστήμια πρέπει να έχουν τη μέγιστη δυνατή ικανότητα αυτόβουλης προσαρμογής, με τρόπο που θα υπηρετεί το κοινό καλό και, συγχρόνως, θα ενισχύει την ευημερία τους (άρα, ωφελώντας και τους φοιτητές των δημοσίων σχολείων που, σήμερα, εισάγονται με ΠΕ). Η εισαγωγή ρυθμισμένων κριτηρίων αγοράς (μέσα από αυτοχρηματοδοτούμενα ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών) είναι εύλογη και αναγκαία, στο βαθμό που προωθεί την ακαδημαϊκή ευελιξία, συνδέει τα δημόσια πανεπιστήμια με το διεθνές σύστημα, και τους δίνει τη δυνατότητα εξεύρεσης επιπλέον πόρων για την ανάπτυξή τους.

Η εισαγωγή ξενόγλωσσων, αυτοχρηματοδοτούμενων προπτυχιακών προγραμμάτων δίνει το ερέθισμα και την ευκαιρία σε όλους τους παίκτες να αναεπινοήσουν τον εαυτό τους. Στην κυβέρνηση και τη Βουλή να ενεργούν λιγότερο πατερναλιστικά, εκχωρώντας ουσιαστική αυτονομία στα δημόσια πανεπιστήμια. Στο υπουργείο Παιδείας και σε οργανωμένους φορείς καθηγητών και γονέων να αποδεχθούν διεθνούς κύρους εξετάσεις εισαγωγής στην ΑΕ συνολικά, πέραν των ΠΕ. Στα παραδοσιακώς δυσκίνητα δημόσια πανεπιστήμια να αποδείξουν ότι μπορούν πράγματι να λειτουργήσουν με ευελιξία σε περιβάλλοντα διεθνών ανταγωνιστικών αγορών και, συνεπακόλουθα, να διοικηθούν επαγγελματικά, με σύγχρονους τρόπους διοίκησης. Στα αριστερά κόμματα, που παραδοσιακά είναι επιφυλακτικά στην εισαγωγή κριτηρίων αγοράς σε δημόσιους οργανισμούς, να ξανασκεφτούν την έννοια της ισότητας και το ρόλο του κράτους στην προαγωγή του κοινού καλού.

Εν ολίγοις, οι καιροί αλλάζουν αλματωδώς. Έχουν την ικανότητα οι θεσμοί μας να προσαρμοστούν δημιουργικά; Μπορούμε να ξανασκεφτούμε πώς παρέχουμε δημόσια αγαθά, με τρόπο που θα συγκεράζονται, σε νέα κάθε φορά συμφραζόμενα, οι αξίες της οικονομικής ευρωστίας και της ισότητας ευκαιριών; Μπορούμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας;

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών