Όπως είναι ανούσιο να μιλάμε αφηρημένα, χωρίς αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, είναι αβαθές να παραθέτουμε συμβάντα, χωρίς να τα ερμηνεύουμε. Ο στοχαστικός άνθρωπος επιδιώκει και τα δύο: να μιλά και γενικά και συγκεκριμένα• και να αναφέρεται σε γεγονότα και να τα αναλύει. Αυτό θα κάνω εδώ, εστιάζοντας στη σύγκρουση συμφέροντος, όπως αυτή εκδηλώθηκε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία.

*Πρώτη υπόθεση Σε ανακοίνωσή του με τίτλο «Ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων και παραβίαση των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου» (6.3.2015), ο Γενικός Ελεγκτής αναφέρει:  «Η συμμετοχή [σας ως Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας σε συνεδριάσεις της Αρχής Εξυγίανσης] συνιστά παραβίαση των όρων υπηρεσίας σας και της σχετικής νομοθεσίας, αφού η δικηγορική εταιρία [Τάδε] του εν διαστάσει συζύγου σας, με τον οποίο εξακολουθείτε να διατηρείτε κατά νόμο εξ αγχιστείας δεσμό, εκπροσωπεί τον [κ. Δείνα] ενώπιον των δικαστηρίων. [Επιπλέον], θεωρούμε ότι εφόσον έχετε εξ αίματος συγγενικό δεσμό με άτομα τα οποία έχουν συμφέρον για την έκβαση των υποθέσεων του [κ. Δείνα], υφίσταται δεύτερο, επιπρόσθετο, στοιχείο σύγκρουσης συμφέροντος και παραβίασης των όρων υπηρεσίας σας και της σχετικής νομοθεσίας».

*Δεύτερη υπόθεση– Στην Ενδιάμεση Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής των Κατ’ Εξαίρεση Πολιτογραφήσεων Αλλοδαπών Επενδυτών και Επιχειρηματιών (16.4.2021), αναφέρεται ότι: «Προκύπτει θέμα ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων αναφορικά με τον τέως Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων […] και τον τέως Υπουργό Άμυνας [σ.σ. ο οποίος μεταγενέστερα κατέλαβε τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα] μέσω του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται συνδεδεμένο με αυτόν πρόσωπο. Οι πιο πάνω πρώην Υπουργοί, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις των Υπουργικών Συμβουλίων όπου εγκρίθηκαν πολιτογραφήσεις επενδυτών που προωθούνταν από τα συνδεδεμένα με αυτούς δικηγορικά γραφεία και είχαν δικαίωμα ψήφου. Περαιτέρω, συμμετείχαν στις συζητήσεις που λάμβαναν χώρα για αλλαγή των κριτηρίων του προγράμματος. Οι πρώην Υπουργοί όφειλαν όχι μόνο να ενεργούν με απόλυτη αμεροληψία αλλά και να φαίνονται ότι ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο […]. Η μη αναφορά, σε οποιαδήποτε συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου που συμμετείχαν ότι δικηγορικό γραφείο συνδεδεμένο με αυτούς προωθούσε αιτήσεις πολιτογραφήσεων, ερχόταν σε αντίθεση με τη Χάρτα που υπέγραψαν ότι θα τηρούσαν. […] . Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συμμετείχε στις συνεδρίες του Υπουργικού Συμβουλίου όπου το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε και αιτήσεις που προωθούσε το δικηγορικό γραφείο [Τάδε] (στο οποίο συγγενείς του 1ου βαθμού κατείχαν το 50%) ή άλλα πρόσωπα, τα οποία ήταν συνδεδεμένα με αυτόν, και συμμετείχαν στο πρόγραμμα [πολιτογραφήσεων] μέσω της παροχής άλλων υπηρεσιών. Το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε δικαίωμα ψήφου, κατά την άποψή μας δεν απαλλάσσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από την υποχρέωση και αυτός να ενεργεί με απόλυτη αμεροληψία και να φαίνεται ότι ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο».     

*Τρίτη υπόθεση– Σε ανακοίνωσή της, με τίτλο «Εκθέσεις που αφορούν στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα» (29.12.2023), η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς αναφέρει: «Είναι παραδεκτό ότι ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είχε λάβει και υπογράψει την απόφαση για αναστολή ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου, τον οποίο είχε εκπροσωπήσει σε προγενέστερο χρόνο ως δικηγόρος σε άλλη ποινική υπόθεση. Επί τούτου, η θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως ήταν ότι, επειδή η εισήγηση για αναστολή ποινικής δίωξης είχε γίνει από συγκεκριμένο Τμήμα της Αστυνομίας, δεν συνέδεσε το εν λόγω πρόσωπο και όνομα με αυτό του πρώην πελάτη του».

Τι κοινό έχουν τα ανωτέρω περιστατικά; Πρώτον, αφορούν σε ενδεχόμενη σύγκρουση συμφέροντος υψηλών αξιωματούχων του κράτους. Δεύτερον, οι σχετικές επισημάνσεις έγιναν από επίσημες Αρχές ή εντεταλμένα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας και, συνεπώς διαθέτουν, κατ’ αρχήν, το τεκμήριο της εγκυρότητας. Τρίτον, παρά τις δημόσιες επισημάνσεις, ουδεμία διορθωτική ή κυρωτική συνέπεια υπήρξε για τους εμπλεκόμενους αξιωματούχους. Αν και η «αμερόληπτη κρίση» είναι βασική έννοια του Διοικητικού Δικαίου της χώρας, η «σύγκρουση συμφέροντος» δεν θεωρούνταν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, σημαντική, ενίοτε δε, ούτε καν κατανοητή.

Τι είναι η σύγκρουση συμφέροντος; Είναι μια κατάσταση στην οποία συνυπάρχουν δύο συμφέροντα: ένα «κύριο», που απορρέει από τον τωρινό επαγγελματικό ρόλο ενός ατόμου, κι ένα «δευτερεύον», που απορρέει από άλλο ρόλο του (συνήθως ιδιωτικό), έτσι ώστε, δυνητικά, η εξυπηρέτηση του ενός να επηρεάζει δυσμενώς την εξυπηρέτηση του άλλου.

Η έννοια του «συμφέροντος» είναι ευρεία.  Το «συμφέρον» συνιστά μια δέσμευση ή υποχρέωση, όχι απαραίτητα οικονομική, η οποία απορρέει από έναν ρόλο. Ο ρόλος μου ως συζύγου λ.χ. επιβάλλει την αφοσίωση στη σύζυγό μου, περιλαμβανομένου του οικονομικού συμφέροντός της αν είναι επιχειρηματίας, ενώ ο ρόλος μου ως επικεφαλής ενός οργανισμού επιβάλλει την αφοσίωση στον οργανισμό μου, περιλαμβανομένων των οικονομικών συμφερόντων του. Αν όμως η σύζυγός μου συναλλάσσεται οικονομικά με τον οργανισμό μου, κι εγώ μετέχω στη λήψη συναφών αποφάσεων του οργανισμού, τα δύο συμφέροντα συγκρούονται. Υπηρετώντας το ένα ενδέχεται να ζημιωθεί το άλλο.

Η σύγκρουση συμφέροντος μειώνει την αξιοπιστία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Η σύζυγός μου δεν μπορεί να γνωρίζει αν, όντως, ήμουν αφοσιωμένος στην υπεράσπιση του οικονομικού συμφέροντός της, ενώ, ακόμη χειρότερα για έναν αξιωματούχο, τα υπόλοιπα μέλη του οργανισμού, αλλά και οι κοινωνικοί εταίροι, δεν μπορούν να είναι βέβαια για την  εγκυρότητα της κρίσης μου. Η σύγκρουση συμφέροντος παράγει αβεβαιότητα αναφορικά με την εμπιστευσιμότητα της κρίσης μου.

Η σύγκρουση συμφέροντος δεν αναφέρεται σε υποκειμενική κατάσταση του νου (τι πιστεύω εγω για τον τρόπο διεκπεραίωση των ρόλων μου), αλλά σε μια εμπειρικώς επαληθεύσιμη πραγματικότητα, η οποία σχετίζεται με τις δεδομένες δεσμεύσεις του κάθε ρόλου. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση συμφέροντος είναι αντικειμενική, όχι υποκειμενική. Αυτό θα πει ότι οποιοδήποτε παρατηρητής, με τον οποίο μοιράζομαι κοινές αξίες, μπορεί να εντοπίσει, κατ’ αρχήν, τα συγκρουόμενα συμφέροντα που υπηρετούν οι ρόλοι μου. Δεν σημαίνει ότι ο εντοπισμός αυτός είναι πάντοτε εύκολος, αλλά είναι εμπειρικά εφικτός, κατά τρόπο ανεξάρτητο των προθέσεων του εμπλεκόμενου αξιωματούχου.  

Ας δούμε, λοιπόν, το θέμα συνολικά. Ποια είναι η αξία που καταστατικά διέπει τη λήψη αποφάσεων ενός αξιωματούχου; Ότι, κατ’ αρχήν, οι αποφάσεις του υπηρετούν το θεσμό που διακονεί. Αν ένας αξιωματούχος ασκεί την κρίση του σε ένα πλαίσιο στο οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι υπεισέρχονται προσωπικές δεσμεύσεις, δυνητικά αντικρουόμενες με το θεσμικό συμφέρον που καταστατικά υπηρετεί, τότε ο αξιωματούχος εμπλέκεται σε σύγκρουση συμφέροντος. Σε τέτοια περίπτωση, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την ακεραιότητα της κρίσης του. Ενώ η κρίση του, καθότι εν μέρει αναπόφευκτα στοχαστική-διαισθητική, προϋποθέτει ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης για την αποτελεσματική άσκησή της, αυτό το πλαίσιο διαβρώνεται, στο βαθμό που η εμπειρική πραγματικότητα είναι τέτοια που ο αξιωματούχος τίθεται ενώπιον αντικρουόμενων συμφερόντων.

Η πολλαπλότητα των ρόλων στις σύγχρονες κοινωνίες αναπόφευκτα μας δεσμεύει σε πολλά συμφέροντα, ενίοτε αντικρουόμενα. Από μόνη της, η σύγκρουση συμφέροντος δεν είναι επιλήψιμη, αρκεί (α)  να αναγνωρίζεται ως τέτοια, (β) να αξιολογείται αμερόληπτα, και (γ) να αναλαμβάνεται διορθωτική ή κυρωτική δράση, όταν απαιτείται.

Η σύγκρουση συμφέροντος αξιολογείται ως ουσιώδης όταν το «δευτερεύον» ως προς τον κύριο ρόλο μου συμφέρον είναι (α) συναφές με ένα υπό συζήτηση θέμα, (β) παράγει σημαντικά αποτελέσματα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, και (γ) είναι σχετικά δεσμευτικό ως προς το αποτέλεσμα της κρίσης μου. Ως υπουργός π.χ. πρέπει να δηλώσω το «δευτερεύον» συμφέρον μου που απορρέει από συνδεδεμένη με εμένα δικηγορική εταιρία, αν χειρίζομαι υποθέσεις που προωθεί η εν λόγω εταιρία. Δεν χρειάζεται, όμως, να το κάνω αυτό όταν χειρίζομαι άλλες υποθέσεις, οι οποίες, αν και νομικής φύσεως, δεν εμπλέκουν ευθέως το «δευτερεύον» συμφέρον μου.

Κι αν ο αξιωματούχος δεν έχει τη διάθεση ή την ευαισθησία να αναγνωρίσει τη σύγκρουση συμφέροντος; Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, πρέπει να του το υποδείξουν οι αρμόδιες ελεγκτικές-εποπτικές αρχές και να αναληφθεί διορθωτική ή κυρωτική δράση. Στην Κυπριακή Δημοκρατία, όμως, μια νεαρή χώρα, δίχως ανεπτυγμένη παράδοση πολιτικά ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας, με κραταιό πελατειακό πολιτικό σύστημα, και με ιστορικά ισχυρή παράδοση ευνοιοκρατίας, αυτό είναι δύσκολο και, σίγουρα, όχι απρόσκοπτο.

Οι ανεξάρτητες Αρχές της λ.χ. μάχονται να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους, υλικά, θεσμικά, και διανοητικά, σε σημείο που, ενίοτε, σε κρίσιμα ζητήματα, να διστάζουν να ορθώσουν το ανάστημά τους. Η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς λ.χ. θα μπορούσε να είχε καταγράψει διαπιστωτικά το αντικειμενικό γεγονός της ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος όταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε την ποινική δίωξη πρώην πελάτη του. Ο Γενικός Εισαγγελέας θα μπορούσε να είχε διερευνήσει το ενδεχόμενο ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος υπουργών σε σχέση με τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις αλλοδαπών. Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μπορούσε να είχε ζητήσει τη διερεύνηση της ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος από τη Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας, όταν το θέμα εγέρθηκε.

Για να είμαστε δίκαιοι, όμως, υπάρχουν ελαφρυντικά. Ο αξιωματούχος που θα προβεί σε αντίστοιχους ελέγχους θα πρέπει είτε να είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει κάτι πολύτιμο γι αυτόν, είτε να μην βαρύνεται ό ίδιος με ενδεχόμενη σύγκρουση συμφέροντος. Στην Κύπρο, όμως, και τα δύο είναι δύσκολα. Σε ένα ιστορικά διαμορφωμένο περιβάλλον αναμενόμενου κομφορμισμού και πολιτικο-διοικητικού πατερναλισμού, η παρρησία δεν έχει καλλιεργηθεί. Κυριαρχεί, επιπλέον, η αίσθηση ότι τα μέλη της ελίτ αποτελούν μια μεγάλη φιλική συντροφιά, τα μέλη της οποίας, όπως σε  κάθε παρέα «κολλητών», αλληλοεξυπηρετούνται. Αν κάποιοι αντιδρούν ηχηρά, κρίνονται «ανάρμοστοι» και απομακρύνονται, ενώ οι πειθήνιοι ανταμείβονται.

Χρειάζεται μια ειρηνική θεσμική επανάσταση για να αλλάξουν τα κυρίαρχα ήθη, η οποία προϋποθέτει αξιωματούχους με σθένος, παρρησία, και πάθος με τη δουλειά τους, στην υπηρεσία του κοινού καλού. Εν τω μεταξύ, ίσως οι εκτός «παρέας» γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης αποτελούν μια κάποια λύση…

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών (www.htsoukas.com)