Το ζήτημα που κυριαρχεί εσχάτως στo δημόσιο διάλογο αναφορικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός τόσο μεγάλου αριθμού Αντιδημάρχων και του κόστους που αυτο συνεπάγεται, παρότι ορθό στην ουσία του, είναι, φρονώ, πρόωρο αν λάβει κανείς υπόψη ότι η θητεία των Αντιδημάρχων ολοκληρώνεται σε περίπου 4.5 χρόνια από σήμερα. Παράλληλα, δε, είναι και επιζήμιο αφού η, εν πολλοίς αφοριστική ρητορική πλήττει το κύρος του θεσμού σε μια εποχή που η εκτίμηση των πολιτών για τους πολιτικούς, των Αντιδημάρχων συμπεριλαμβανομένων, βρίσκεται στο ναδίρ.

Φυσικά, κάποιος θα πρέπει να επισημάνει ότι οι ίδιοι οι Αντιδήμαρχοι είναι που  έθεσαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το ζήτημα. Και είχαν κάθε νομιμοποίηση και αιτιολογία για να το πράξουν καθώς, παρόλο που έλαβαν άμεση λαϊκή νομιμοποίηση (σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα τέτοιου αριθμητικού μεγέθους που με το προηγούμενο νομικό καθεστώς θα επαρκούσε ακόμα και για την εκλογή Δημάρχου σε Μητροπολιτικό Δήμο), παρέμειναν χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες. Και μολονότι με μια πρώτη “ανάγνωση” κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πρόκειται για παραδοξότητα, η πραγματικότητα είναι ότι πρόκειται αντιφατική νομοθεσία. Και εξηγούμαι…

Σύμφωνα με το Άρθρο 62 του Περί Δήμων Νόμου του 2022, ο Δήμαρχος ασκεί την εκτελεστική εξουσία τoυ Δήμου και προΐσταται όλων των υπηρεσιών τoυ. Κατά συνέπεια, τυχόν δια νόμου παροχή εκτελεστικών εξουσιών στους Αντιδημάρχους θα βρισκόταν σε σύγκρουση με την πιο πάνω πρόνοια και θα οδηγούσε σε μια μορφή ενδεχόμενης δυσλειτουργικής δυαρχίας, ειδικότερα αν λάβει κανείς υπόψη ότι Δήμαρχος και Αντιδήμαρχος δεν έχουν εκλεγεί από κοινό ψηφοδέλτιο και προεκλογικό πρόγραμμα ενώ, σε πολλές των περιπτώσεων, οι πολιτικό-ιδεολογικές τους καταβολές είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.

Συνεπώς, και ενώ, δικαιολογημένα, οι Αντιδήμαρχοι διεκδικούν εξουσίες που θα έπρεπε να ανταποκρίνονται στην άμεση λαϊκή νομιμοποίηση που έχουν λάβει, τέτοιες εκτελεστικές εξουσίες δεν μπορούν κατά την άποψη μου να εκχωρηθούν με νόμο αφού δύνανται να επιτελέσουν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Αυτών λεχθέντων, έχω την άποψη ότι, ο εκάστοτε Δήμαρχος, πρωτίστως, και οι Αντιδήμαρχοι, δευτερευόντως, έχουν την πολιτική υποχρέωση, (για την οποία θα πρέπει να κριθούν αυστηρά κατά τη διάρκεια της θητείας τους και φυσικά κατά την ολοκλήρωση αυτής) να συνεργαστούν με τέτοιο τρόπο που θα εξυπηρετηθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό το καλώς νοούμενο συμφέρον των δημοτών τους.

Ο ρόλος του Αντιδήμαρχου ήταν πάντοτε εξαιρετικά σημαντικός, όχι με κριτήριο την έκταση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, αφού με βάση τη νομοθεσία περιβαλλόταν με όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες του Δημάρχου μόνο σε περίπτωση απουσίας του, αλλά λόγω του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι η αγαστή συνεργασία και ισορροπία στις σχέσεις μεταξύ Δημάρχου και Αντιδημάρχου ήταν, και παραμένει, πολύ σημαντική για τη σωστή λειτουργία ενός Δήμου. Δήμαρχος και Αντιδήμαρχος δεν (πρέπει να) περιορίζονται στα στενά παραταξιακά όρια αλλά (να) περιβάλλονται με την θεσμική και, τολμώ να πω πλέον, εθιμική υποχρέωση να βλέπουν, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, το δάσος και όχι το δέντρο. Μέσα σε αυτά λοιπόν τα πλαίσια, ένας Δήμαρχος οφείλει να εκχωρήσει ή να κατανείμει στους Αντιδημάρχους του αρμοδιότητες και εξουσίες που θα τους καταστήσουν χρήσιμους και δημιουργικούς για τον Δήμο, οι οποίες, φυσικά, θα μπορούσαν να ανακληθούν αν δεν εξυπηρετείται ο σκοπός για τον οποίο αυτές εκχωρήθηκαν. Αυτές οι εξουσίες και αρμοδιότητες προφανώς και θα διαφέρουν ανάλογα με το Δημοτικό Διαμέρισμα και τις ιδιαιτερότητές του.

Το Άρθρο 63 του Περί Δήμων Νόμου του 2022, το οποίο καταπιάνεται με τις αρμοδιότητες των Αντιδημάρχων, προσφέρει ένα πολύ ευρύ πεδίο αρμοδιοτήτων που θα μπορούσε  να μεταβιβάσει ο Δήμαρχος στους Αντιδημάρχους του, μεταξύ των οποίων τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένες στο δημοτικό διαμέρισμά τους, την  παρακολούθηση της εξέλιξης των έργων και των εργασιών που εκτελούνται στο δημοτικό διαμέρισμά τους, τη μέριμνα για την καλή κατάσταση και λειτουργία του δημοτικού εξοπλισμού που ευρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμά τους, τη συνεργασία με τους συμβούλους του οικείου δημοτικού διαμερίσματος για την επίλυση των τοπικών προβλημάτων και την άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας που δυνατό να τους μεταβιβάζει με απόφασή του ο Δήμαρχος.

Τα δύο βασικότερα ζητήματα της καθημερινότητας που απασχολούν τους δημότες και  τα οποία διαχρονικά ταλανίζουν τους Δήμους είναι η καθαριότητα (περισυλλογή, πράσινα σημεία, επιβολή) και το πράσινο (συντήρηση, επέκταση). Ακολουθούν τα ελαττώματα σε δρόμους και πεζοδρόμια. Η ανάθεση της αρμοδιότητας αυτής σε έναν Αντιδήμαρχο, η οποία θα μπορούσε να εποπτεύεται από τον Δήμαρχο μέσω μηνιαίων εκθέσεων προόδου, θα μπορούσε να αποβεί ευεργετική για την πόλη.

Παράλληλα, Αντιδήμαρχοι θα μπορούσαν να τεθούν επικεφαλής της υλοποίησης εξαιρετικά σημαντικών για τους Δήμους προγραμμάτων, όπως είναι π.χ. για τη Λεμεσό το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Αποστολή Πόλεων – 100 Κλιματικά Ουδέτερες και Έξυπνες Πόλεις», τα Προγράμματα Διαπολιτισμικότητας, για τη δράση του στα πλαίσια των οποίων ο Δήμος Λεμεσού έχει λάβει επαίνους από το Συμβούλιο της Ευρώπης (βλ. «Διαπολιτισμικές Πόλεις», Διαπολιτισμικό Συμβούλιο και Διαπολιτισμική Στρατηγική) και τα ζητήματα προσβασιμότητας των ΑμεΑ, με πρώτιστο στόχο την εκπόνηση Σχεδίου Δράσης για την αύξηση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρίες και ατόμων με μειωμένη κινητικότητα σε όλα τα κτήρια και υπηρεσίες της πόλης.

Τέλος, στις αρμοδιότητες των Δήμων περιλαμβάνεται και η προώθηση και ανάπτυξη του εθελοντισμού. Ο εθελοντισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής με ισχυρή παράδοση στην Κύπρο. Η οργάνωση και καθοδήγηση του σώματος εθελοντών του Δήμου θα μπορούσε να αποτελέσει άλλον ένα τομέα αρμοδιοτήτων ενός Αντιδήμαρχου.

Συμπερασματικά: Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους Αντιδημάρχους θα μπορούσε να αποβεί πολυεπίπεδα ευεργετική για τις τοπικές κοινωνίες. Πρώτιστα, θα αποφόρτιζε το καθημερινό έργο του ίδιου του Δημάρχου ώστε να είναι θέση να αφιερώσει χρόνο και δυνάμεις στα «μεγάλα» ζητήματα και στον ευρύτερο πολιτικό προσανατολισμό του Δήμου. Επιπλέον, θα προωθούνταν περαιτέρω η συνεργασία και η αλληλεγγύη ανάμεσα σε Δήμαρχο και Αντιδήμαρχο, στοιχεία ζωτικής σημασίας για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία του Δήμου. Τέλος, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους Αντιδημάρχους θα μπορούσε να αποτελέσει και ένα μέσο διάγνωσης, στην πράξη, της αναγκαιότητας διατήρησης,  ή μη, του θεσμού της Αντιδημαρχίας κατά περίπτωση, διαχωρίζοντας τις περιπτώσεις εκείνες που δικαίως θα έχρηζαν κατάργησης, από εκείνες που αδίκως η κοινωνία αντιμετωπίζει, με τρόπο αφοριστικό και οριζόντιο, ως στοιχείο διακοσμητικό, άρα και περιττό.

Ιδού λοιπόν η Περί Αντιδημάρχων Ρόδος!

Αντιπρόεδρος ΔΗ.ΚΟ, τέως Αντιδήμαρχος Λεμεσού