Η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, με στόχο να καλύψει μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε από την εργοδοτική ούτε από την κυβερνητική πλευρά ως αρνητική εξέλιξη.
Η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων θα βοηθήσει ώστε να μειωθούν οι διακρίσεις στην αγορά εργασίας και παράλληλα να εξαλειφθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων.
Σήμερα, υπάρχουν σωστοί εργοδότες οι οποίοι εφαρμόζουν τη συλλογική σύμβαση, είτε αυτή είναι κλαδική, είτε επιχειρησιακή, όμως αυτοί οι εργοδότες βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση έναντι άλλων, οι οποίοι είτε δεν εφαρμόζουν σύμβαση είτε την παραβιάζουν.
Αυτή η δυσαρμονία θα πρέπει να τερματιστεί. Και το κράτος έχει ευθύνη σε αυτό. Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει εδώ και καιρό θέσει το ζήτημα πως καμία δημόσια σύμβαση δεν μπορεί να δίδεται σε επιχείρηση η οποία είτε δεν εφαρμόζει συλλογική σύμβαση είτε την παραβιάζει.
Την ίδια ώρα, το κράτος και η ίδια η Κυβέρνηση θα πρέπει να αντιληφθούν πως είναι προς όφελος των εργαζομένων να υπάρξει επέκταση της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις αφού κάτι τέτοιο συνεισφέρει στη μείωση του ποσοστού των χαμηλόμισθων εργαζομένων και θα προστατεύσει και τα κοινωνικά ταμεία.
Προσέλκυση εργαζομένων
Η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων αναβαθμίζει τους ποιοτικούς όρους απασχόλησης, κάνοντας πιο ελκυστική την προσέλκυση εργαζομένων σε τομείς οικονομικής δραστηριότητας όπου παρατηρούνται ελλείψεις εργατικού.
Δεν είναι τυχαίο που και ο ίδιος ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς, σε πρόσφατη συνάντηση του με τη γερμανική ένωση εργοδοτών BDA, ζήτησε από την εργοδοτική πλευρά όπως δοθούν μισθολογικές αυξήσεις για προσέλκυση εργατικού δυναμικού σε τομείς όπου παρουσιάζονται ελλείψεις, τονίζοντας πως η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων δεν απειλείται από τους μισθούς.
Στην Κύπρο, δυστυχώς υπάρχει η αντίληψη ανάμεσα σε μεγάλη μερίδα εργοδοτών πως η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων θα οδηγήσει σε άνοδο του εργατικού κόστους και μείωση της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας. Οι συλλογικές συμβάσεις θεωρούνται λίγο πολύ ως μίασμα.
Σίγουρα, σκοπός της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων είναι η προστασία των εργαζομένων, είτε αυτή η προστασία αφορά οικονομική ή εργασιακή. Το πρόβλημα στην Κύπρο είναι πως την ανταγωνιστικότητα τη βλέπουμε πάντα ως συνάρτηση με το εργατικό κόστος.
Τι είπε ο Μάριο Ντράγκι
Όπως πολύ σωστά ανέφερε και ο Μάριο Ντράγκι, στην πρόσφατη έκθεση του για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, η ανταγωνιστικότητα στις σύγχρονες οικονομίες ελάχιστα έχει να κάνει με το εργατικό κόστος αλλά πολύ περισσότερο με τις δεξιότητες, την κατάρτιση και επανακατάρτιση των εργαζομένων.
Άλλωστε, χώρες με ισχυρή ανταγωνιστικότητα έχουν και υψηλά επίπεδα κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις, τα οποία προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν το ποσοστό του 80% που θέτει και η ίδια η ευρωπαϊκή οδηγία π.χ Αυστρία, Σουηδία, Φιλανδία, Βέλγιο.
Τα υψηλά επίπεδα κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις δεν οδηγούν σε μείωση της ανταγωνιστικότητας. Αντιθέτως, στις σύγχρονες οικονομίες βοηθούν στην αναβάθμιση της, ενώ εάν τα πιο πάνω συνδυαστούν και με επενδύσεις σε τεχνολογικές υποδομές των επιχειρήσεων τότε τα οφέλη για ολόκληρη την οικονομία είναι αισθητά, τόσο για τους εργαζομένους όσο και για τους εργοδότες.
Η πορεία που δρομολογεί η Ε.Ε για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων αποτελεί μια ευκαιρία για να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή, να υπάρξει εργασιακή αξιοπρέπεια και να παταχθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η εργασιακή εκμετάλλευση. Παράλληλα, δίνει μια κατεύθυνση στα κράτη μέλη να αναπτύξουν τις οικονομίες τους στη βάση της καινοτομίας, της πράσινης και γαλάζιας ανάπτυξης και της επικέντρωσης σε τομείς που απαιτούν υψηλή εξειδίκευση κάτι που αυξάνει την ανθεκτικότητα τους σε μελλοντικές κρίσεις.
Και υψηλό εργατικό κόστος και πολύ ανταγωνιστικές
Η λογική που λέει πως το υψηλότερο εργατικό κόστος θα οδηγήσει επιχειρήσεις να μεταφερθούν σε άλλους πιο φθηνούς προορισμούς είναι λανθασμένη. Με αυτή τη λογική, χώρες όπως η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Φιλανδία, η Σουηδία, η Δανία θα είχαν διαλυθεί οικονομικά και εργασιακά γιατί έχουν από το πιο υψηλό εργατικό κόστος στην ΕΕ.
Αντίθετα, αυτές οι χώρες έχουν και πιο υψηλό ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις και είναι και οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες στην Ε.Ε. Ωστόσο, αυτό που κάνει αυτές τις χώρες να ξεχωρίζουν και να είναι πιο ανταγωνιστικές είναι το γεγονός ότι επένδυσαν και συνεχίζουν να επενδύουν στην Έρευνα και Καινοτομία και στη διασύνδεση του προηγούμενου με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Μελέτες καταδεικνύουν πως η επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία αυξάνει την παραγωγικότητα και ενισχύει το ΑΕΠ της χώρας. Αντιθέτως, εμείς σε επενδύσεις στην Έρευνα και Καινοτομία ως προς το ΑΕΠ είμαστε πολύ χαμηλά και από τις τελευταίες χώρες της ΕΕ ενώ η οικονομία μας στηρίζεται σε τομείς που απασχολούν εργαζομένους χαμηλής ειδίκευσης. Το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες της ΕΕ, οι οποίες ναι μεν έχουν πιο χαμηλό εργατικό κόστος συγκριτικά με χώρες της βόρειας Ευρώπης αλλά είναι λιγότερο ανταγωνιστικές γιατί δεν επενδύουν σε Έρευνα και Καινοτομία.
- Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ