Αν οι σκέψεις και οι στοχασμοί της πολιτικής ηγεσίας μας συγκλίνουν με τις θέσεις που εξέφρασε ο ΓΓ του ΑΚΕΛ κ. Στεφάνου, όπως τις είδαμε σε άρθρο του στο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ (4 Νοεμβρίου), δεν είναι δύσκολο για το μέσο Κύπρο να καταλάβει γιατί το Κυπριακό έφθασε στον πάτο. Θα λεχθεί, βέβαια, για τον γράφοντα από μερικούς να ακόμα ένας απορριπτικός ή αντιομοσπονδιακός. Δεν με πειράζει. Γιατί αν ένα καθεστώς Ομοσπονδίας με το σωστό περιεχόμενο όπως έλεγε ο μακαριστός Λυσσαρίδης, έλυνε το πρόβλημά μας με τρόπο δίκαιο και δημοκρατικό ώστε να αντέξει μέσα στο χρόνο θα υπερθεμάτιζα.
Αλλά για ποια ΔΔΟ γράφει ο ηγέτης της Αριστεράς; Με πολιτική ισότητα όπως λέει. Που σημαίνει όπως μας εξηγεί εκ περιτροπής προεδρία και τουλάχιστον μια τουρκική ψήφο για κάθε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Μα αυτή είναι πολιτική ισότητα; Από πού ως πού μια κοινότητα σε μια χώρα με πληθυσμιακή αναλογία 18% επί του συνόλου του πληθυσμού μπορεί να εξισωθεί με το υπόλοιπο 82% και να έχει βέτο σε κάθε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου; Πού ξαναγίνηκε κάτι τέτοιο και να άντεξε μέσα στο χρόνο; Κι από πού ως πού σώνει και καλά μια μειοψηφία του 18% να εκλέγει πρόεδρο εναλλάξ με τη πλειοψηφία; Πού πάει η δημοκρατία και το δίκαιο;
Με τρομάζει μόνο που το σκέπτομαι ότι αυτό είναι, όπως συχνά μας υποβάλλουν οι ηγέτες μας, «το διαπραγματευτικό κεκτημένο» το οποίο πρέπει να μην ξεχνούμε γιατί αλλιώς κλονίζεται «η αξιοπιστία και η πειστικότητα των θέσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς» έναντι του διεθνούς παράγοντα. Ντροπή και απόγνωση αν αυτή είναι η αντίληψη της δημοκρατίας και τα θεμέλια της διεθνούς τάξης. Βεβαίως σε μια ενδεχόμενη λύση, είτε αυτή είναι ομοσπονδιακή είτε όπως άλλως πως θέλεις πες την, τα δικαιώματα όλων των πολιτών της χώρας, των Τουρκοκυπρίων μη εξαιρουμένων, πρέπει να είναι ίσα και διασφαλισμένα πέρα για πέρα. Αλλά αυτό δεν επιτυγχάνεται με νόθες και αντιδημοκρατικές λύσεις όπως αυτή που περιγράφει ο κ. Στεφάνου. Γιατί δεν μιλούμε για μια ομοσπονδιακή λύση στη βάση δημοκρατικών αρχών και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, όπως είμαστε υποχρεωμένοι ως χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Γιατί στη Γαλλία ή τη Γερμανία όπου ζουν κάπου 8-10 εκατομμύρια μουσουλμάνοι σε κάθε μια και αποτελούν το 12-15% του πληθυσμού τους δεν υιοθετούν την εκ περιτροπής προεδρία ή εγκρίνουν την κάθε απόφαση της κυβέρνησης με τουλάχιστον μια ψήφο; Το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, οι δημοκρατικές αρχές και η πολιτική ισότητα όπως προκύπτει απ’ αυτές είναι η τελευταία γραμμή άμυνας μας για να επιβιώσουμε σ’ αυτό τον τόπο που ζούμε εδώ και τριάμισι χιλιάδες χρόνια. Τα άλλα είναι συνταγές αυτοκτονίας.
Και ένα τελευταίο. Από πού το βγάζει ο ΓΓ του ΑΚΕΛ ότι αυτή η λύση που μας προτείνει, δηλαδή, η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως την καταγράφει συμφωνήθηκε από το 1977; Ντροπή! Για ποια συμφωνία μιλά; Για τη συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς το Φεβρουάριο του 1977; Που εν πάση περιπτώσει δεν ήταν καν συμφωνία, αλλά τα πρακτικά που κράτησαν τα Ηνωμένα Έθνη για την περιβόητη συνάντηση Μακαρίου-Ντενκτάς; Προκαλώ το ΓΓ του ΑΚΕΛ να μας παρουσιάσει στο επόμενο άρθρο του τα πρακτικά αυτά ή τη συμφωνία όπως την αποκαλεί και να μας υποδείξει πού αναφέρεται ο όρος ΔΔΟ ή απλά η λέξη διζωνική. Πρόκειται περί λάθους του, άραγε, επικαλούμενος το όνομα του Μακαρίου; Ή αναζητεί το κύρος του ονόματος του Αρχιεπισκόπου για να δώσει υπόσταση σε όσα ανυπόστατα γράφει;
Πουθενά σε αυτά που αποκαλεί ο κ. Στεφάνου Συμφωνία του 1977 δεν αναφέρεται ο όρος ΔΔΟ ή διζωνική. Εκείνος που πρώτος πέρασε τη ΔΔΟ και την έννοια της διζωνικότητας στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών που επικαλείται είναι ο πρόεδρος Βασιλείου που επέλεξε το ΑΚΕΛ. Ο οποίος στη συνάντησή του στη Νέα Υόρκη με τον Ραούφ Ντενκτάς μεταξύ 26 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου 1990, στην παρουσία του ΓΓ του ΟΗΕ ντε Κουεγιάρ, συμφώνησε στη λύση της ΔΔΟ. Και συγκατατέθηκε χωρίς την έγκριση του λαού στην περίληψή της στο ψήφισμα 649 (1990) του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και που έκτοτε έγινε παντιέρα από κάποιες πολιτικές δυνάμεις στην Κύπρο που την ανεμίζουν κατά καιρούς πότε ως σανίδα σωτηρίας και πότε για φοβέρα.
Γι’ αυτό και ο ελληνισμός της Κύπρου πάει να χαθεί αν νοιάζεται, δηλαδή, ακόμα κανένας από αυτούς που παρουσιάζονται ως πολιτική ηγεσία του τόπου μας.