Το νομοσχέδιο για την «ευθανασία» ή αλλιώς όπως τιτλοφορείται «ιατρικώς υποβοηθούμενο τερματισμό της ζωής», που κατατέθηκε προς συζήτηση στη Βουλή, από το προοίμιο μέχρι και τον επίλογο αναφέρεται αρκετές φορές στο «δικαίωμα σε ανώδυνο και αξιοπρεπή θάνατο». Να δίνεται δηλαδή δικαίωμα στους ασθενείς να έχουν ένα «αξιοπρεπή θάνατο».

Και είναι φυσικό, κάποιος που διαβάζει το νομοσχέδιο με αυτές τις αναφορές, να κατακλύζεται από ένα σωρό υπαρξιακά ερωτήματα, κυρίως αν έχει βιώσει στο οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον αγαπημένα του πρόσωπα που πέρασαν ή περνούν από το στάδιο της ψηλάφησης του θανάτου και απώλειας μέσω κάποιας ανίατης ασθένειας:

  • Αυτός που βιώνει μια ασθένεια οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή και σε οποιαδήποτε κατάσταση σωματική ή διανοητική έχει περιέλθει χάνει αυτόματα και την αξιοπρέπειά του ως άνθρωπος και πρέπει να βρεθεί τρόπος να οδηγηθεί εκούσια σε ένα «αξιοπρεπή θάνατο»;
  • Ο καρκινοπαθής ή αυτός που πάσχει από νευρολογική ή εκφυλιστική ή οποιαδήποτε άλλη ασθένεια σε τελευταίο στάδιο δεν έχει «αξιοπρέπεια» ο θάνατός του;
  • Οι αγαπημένοι μας που εξάντλησαν στο κρεβάτι του πόνου κάθε ικμάδα δυνάμεων, που δεν παραιτήθηκαν έστω κι αν βίωναν ανυπέρβλητο πόνο και έφυγαν από την ζωή, αυτοί δεν είχαν «αξιοπρέπεια» και έπρεπε να τους την προσφέρουμε νομοθετικά για να τερματίσουν τη ζωή τους με «αξιοπρέπεια»;

Προσωπικά́ αναγνωρίζω ανυπέρβλητη αξιοπρέπεια σε όσους ασθενείς δεν παραιτούνται από́ την άνιση συχνά́ μάχη με την αρρώστια, αντιμετωπίζοντας εξουθενωτικές επιπλοκές και επώδυνα συμπτώματα, επιστρατεύοντας όλες τις ψυχικές και σωματικές εφεδρείες, αναζητώντας ενίσχυση σε Εκκλησία, σε φιλίες, στην οικογένεια, σε συναισθηματικά καταφύγια, πέφτοντας και ορθώνοντας ξανά το φορτίο τους, προσπαθώντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, να παρατείνουν το μεγαλύτερο δώρο που τους δόθηκε από τον Θεό, αυτό της ζωής.

Η «ευθανασία» έρχεται ως πρόταση από την Πολιτεία σε ποιους;

Σε ανθρώπους που βρίσκονται στην πιο αδύναμη από όλες τις απόψεις φάση της ζωής τους. Την πιο αδύναμη σωματικά και ψυχολογικά κυρίως φάση. Εκεί που βιώνουν την απόγνωση του αμείωτου πόνου. Εκεί που η ψυχολογική τους κατάσταση πολύ εύκολα περιπίπτει σε κατάθλιψη καθώς οι δυνάμεις τους σταδιακά τους εγκαταλείπουν. Σε αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν την μεγαλύτερη δυνατή προστασία, μέριμνα και ανακουφιστική φροντίδα, στην πιο ευάλωτη στιγμή της ζωής τους, τί προτείνει το κράτος μας μέσω του νομοσχεδίου για την «ευθανασία»; Να επισπεύσουν ιατρικά το τέλος της ζωής τους. Τους προτείνει δηλαδή να αυτοκτονήσουν για να απαλλαγούν από τους πόνους τους μια ώρα αρχύτερα.

Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μόνο σάρκα και οστά που όταν ασθενήσουν τον οδηγούμε σ’ ένα γρήγορο τέλος, σ’ έναν σύγχρονο Καιάδα για να τελειώνουμε. Δεν είναι απλά μια παραγωγική μονάδα είτε με την μαρξιστική είτε με την καπιταλιστική έννοια του όρου, που όταν τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του θα πρέπει να πάψει να αποτελεί «βάρος» στο κρατικό σύστημα υγείας και στις ασφαλιστικές εταιρείες με τις πολυδάπανες θεραπείες που θα χρειάζεται. Ο άνθρωπος είναι μια μοναδική κι ανεπανάληπτη ψυχοσωματική ύπαρξη που οφείλουμε πρώτιστα και κύρια ως Πολιτεία να προστατέψουμε στην πιο ευαίσθητη του φάση και να τον διακονήσουμε με υπομονή και αγάπη, προσφέροντάς του ανακούφιση και στον σωματικό αλλά και στον ψυχικό πόνο που επώδυνα βιώνει.

Τεράστιο μέρος ευθύνης για τυχόν «αναξιοπρέπεια» στον θάνατο ή στο τελευταίο μέρος ζωής ενός ανθρώπου έχει η ίδια η Πολιτεία που αντί να εγκύψει νομοθετικά σε αυτό, στο πως δηλαδή να βελτιώσει τις ανακουφιστικές της πρακτικές σε ασθενείς που υποφέρουν σε τελικό στάδιο, έρχεται να τους προτείνει «ανακούφιση» των πόνων τους μέσω της επιλογής του θανάτου-αυτοχειρίας τους.

Το «ανώδυνα τα τέλη της ζωής ημών» που εύχεται η Εκκλησία μας, ταυτίζεται με τον στόχο της ίδια της «παρηγορητικής-ανακουφιστικής ιατρικής» υπό την έννοια του ότι, ο σεβασμός της ζωής του ασθενή, περνά μέσα από τον σεβασμό του θανάτου του, αφού ζωή και θάνατος είναι διαδρομές που πρέπει να γίνονται με αξιοπρέπεια, συμπαράσταση, ενσυναίσθηση και κυρίως αγάπη προς τον πάσχοντα και εμπερίστατο συνάνθρωπό μας.

*Θεολόγος