Κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών, κάθε πολίτης μπορεί να ψηφίσει υπέρ πολιτικού κόμματος γενικά αντί υπέρ συγκεκριμένων υποψηφίων. Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο 72/79, όπως τροποποιήθηκε, η κάθε ψήφος που λαμβάνει ένα πολιτικό κόμμα, στην εκλογική περιφέρεια που είναι υποψήφιος ο αρχηγός κόμματος ή εκλογικού συνδυασμού, αυτόματα προσμετράται υπέρ του αρχηγού. Ως αποτέλεσμα, εφόσον το κόμμα εξασφαλίσει το εκλογικό μέτρο, τότε ο αρχηγός του κόμματος αυτόματα ανακηρύσσεται βουλευτής, επωφελούμενος από αυτές τις γενικές ψήφους.

Είναι θεμιτό και δικαιολογημένο οι πολιτικοί ηγέτες να είναι μέλη της Βουλής. Οι λόγοι είναι ξεκάθαροι και πρακτικοί. Εάν οι αρχηγοί των κομμάτων είναι βουλευτές, μπορούν καλύτερα να ασκήσουν τη λειτουργία τους ως ηγέτες, να διατηρούν την πειθαρχία του κόμματος, να προωθούν τις νομοθεσίες και τις θέσεις του κόμματός τους και να εξασφαλίζουν ότι όλα τα μέλη του κόμματος βαίνουν στην ίδια κατεύθυνση, προκειμένου να εκπροσωπούν αποτελεσματικά το μερίδιο της κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν.

Ταυτόχρονα, ως ηγέτες πολιτικών κομμάτων ασκούν τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση πολιτικής και στη διοίκηση της χώρας και, ως εκ τούτου, πρέπει να τεθούν στην κρίση του λαού. Δεν είναι απίθανο να φανταστούμε περιπτώσεις όπου, μετά από εθνικές κρίσεις ή σκάνδαλα ή και για άλλους λόγους, οι ηγέτες των κομμάτων και άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι κομμάτων, εάν ο εκλογικός νόμος το επιτρέπει, να μην λαμβάνουν τις απαραίτητες ψήφους για να κερδίσουν μια έδρα στο κοινοβούλιο. Όπως ισχύει σήμερα η προαναφερθείσα διαδικασία επιτρέπει κατά τη γνώμη μου, στους αρχηγούς κομμάτων και στα ανώτερα κομματικά στελέχη να παρακάμπτουν τη βούληση και την κρίση του λαού.

Είναι σαφές ότι κάθε κόμμα πρέπει να είναι ελεύθερο να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο εκλέγει τον δικό του ηγέτη. Αν όμως αυτός ο ηγέτης εισέρχεται αυτόματα στη Βουλή ως μέλος, παρά την βούληση των ψηφοφόρων, αλλά κατά συνέπεια της νομοθεσίας, πιστεύω ότι δεν είναι ορθό αλλά ούτε δημοκρατικό. Η νομοθεσία αυτή δύναται να εμπεριέχει στοιχεία αντισυνταγματικά, καθώς στην πραγματικότητα αντικαθιστά την ελεύθερη βούληση του ψηφοφόρου για εκλογή βουλευτή με την διαδικασία εκλογής αρχηγού κόμματος. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει δραματικά αρνητικές, επικίνδυνες ή καταστροφικές επιπτώσεις. Εάν ένας αρχηγός κόμματος δεν είναι υπεύθυνος απέναντι στον λαό, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιρροή του από εξωτερικούς ή αθέμιτους παράγοντες. Επίσης παρέχει κίνητρο σε ορισμένους αρχηγούς κομμάτων να βάζουν τις ανάγκες του κόμματός τους πάνω από το χώρα, καθώς όσο διατηρούν επιρροή στο κόμμα τους, μπορούν να προσμένουν σε μια θέση στο κοινοβούλιο.

Πολλοί θα υποστηρίξουν ότι ένα κόμμα, τουλάχιστον ένα σοβαρό κόμμα, δεν είναι προσωπική υπόθεση ενός ατόμου ή το λεγόμενο one man show και ότι υπάρχουν ενσωματωμένοι κομματικοί έλεγχοι και ισορροπίες για να διασφαλιστεί ότι κανένα άτομο, ούτε καν ο αρχηγός, έχει τη δυνατότητα να μονοπωλήσει τη στρατηγική και την πολιτική του κόμματος. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πανάκεια και αποτελεί ένα πολύ αμφισβητούμενο προληπτικό μέτρο για την προστασία της χώρας, από έναν αρχηγό που διαμορφώνει την πολιτική του κόμματος και έπειτα της Κύπρου, χωρίς ταυτόχρονα να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του λαού, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη Δημοκρατία. Έπειτα, το επιχείρημα ότι η γενική ψήφος υπέρ του κόμματος αποτελεί έμμεση ψήφο για την ηγεσία του κόμματος δεν πείθει. Υπάρχουν μέλη της κοινωνίας που ψηφίζουν ιδεολογικά, ακόμη και αν θα προτιμούσαν το κόμμα της επιλογής τους να έχει άλλη κατεύθυνση ή να καθοδηγείται από άλλον ηγέτη ή ανώτερα στελέχη του κόμματος.

Η λύση είναι να καταστήσουμε τους αρχηγούς κομμάτων και τα ανώτερα κομματικά στελέχη, υπεύθυνους απέναντι στο λαό. Η τάξη των πραγμάτων είναι το αντίθετο ή μάλλον το ανάποδο του επιθυμητού. Πρέπει ο κάθε υποψήφιος, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού κόμματος ή εκλογικού συνδυασμού, να θέτει τον εαυτό του στην κρίση του ψηφοφόρου ατομικά. Αν το ήθος και οι θέσεις των υποψηφίων πείθουν, μόνο τότε είναι άξιοι να κατέχουν μια έδρα στο κοινοβούλιο. Οι αρχηγοί των κομμάτων πρέπει να επιλέγονται έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές και να προέρχονται από το δυναμικό των διαθέσιμων βουλευτών που κέρδισαν έδρα. Εάν ένας ηγέτης χάσει την έδρα του, είναι σαφές ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ψηφοφόρου και, ως εκ τούτου, δεν έχει εντολή να ηγηθεί. Αυτό θα καταστήσει τους πολιτικούς υπόλογους σε υψηλότερα πρότυπα και θα εξασφαλίσει ότι τα κόμματα αντανακλούν καλύτερα τις απόψεις των ανθρώπων που εκπροσωπούν, προκειμένου να επιτύχουν την πολιτική και την αλλαγή που επιδιώκουν να επιφέρουν.

*Δικηγόρος, Λούκας και Βίας Λ. Παρπαρίνος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.