Το ότι το κτήριο της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου σχεδιάζεται από την Εκκλησία, σίγουρα αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η οποία πρέπει να καταγραφεί τόσο στα αρχιτεκτονικά εγχειρίδια όσο και σε αυτά που περιγράφουν την εξελικτική καταστροφική πορεία της Εντός των Τειχών πόλης της Λευκωσίας.
Ιδού, λοιπόν, πεδίον γνώσης λαμπρό για μάθημα επί τόπου πως να αποφεύγονται οι κακές πρακτικές σχεδίασης και χωροταξίας μέσα στους πυρήνες των ιστορικών πόλεων.
Το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι ο μοναδικός δημόσιος οργανισμός ο οποίος χρησιμοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το θεσμό του Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού για όλα του τα κτήρια, παράγοντας αρχιτεκτονική ποιότητα ψηλού επιπέδου, η οποία έβαλε την Κύπρο στον παγκόσμιο χάρτη της Αρχιτεκτονικής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα περίμενε κάποιος πως η διαδικασία του σχεδιασμού του κτηρίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής θα αποτελούσε μονόδρομο. Όχι μόνο για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και για τη σημειολογία που εκπέμπει μια τέτοια απόφαση, και κυρίως για το εγχείρημα της ένταξης ενός σύγχρονου κτηρίου στον παραδοσιακό πυρήνα της πόλης και της σύνδεσης του με ένα ιστορικό κτήριο.
Αντί αυτού, το Πανεπιστήμιο Κύπρου συναίνεσε σε μια περίεργη και ακατανόητη συμφωνία με την Εκκλησία αφήνοντας στα χέρια της (αν είναι δυνατόν!) το σχεδιασμό του πιο σημαντικού του κτηρίου.
Εκτός όμως από τη σχεδιαστική, υπάρχει και η φιλοσοφική προσέγγιση του θέματος.
Το να καταργείς ένα σχολείο για να δημιουργήσεις στη θέση του ένα άλλο, πέραν του ότι είναι παράδοξο, είναι αντιπαιδαγωγικό και αδόκιμο επιστημονικά. Ειδικά για την ίδια την αρχιτεκτονική, η οποία δεν είναι απλά η τέχνη του σχεδιάζω και κτίζω. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια επιστήμη που ασχολείται με τον άνθρωπο, το χώρο, το περιβάλλον και την ιστορική εξέλιξη.
Δεν αμφισβητεί κανείς ότι η φυσιολογική θέση του κτηρίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής θα πρέπει να είναι εντός της παλιάς πόλης, για πολλούς και σημαντικούς λόγους. Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να γίνει σε βάρος ενός άλλου σχολείου.
Το σχολείο της Φανερωμένης αποτελούσε έναν από τους ελάχιστους ζωντανούς πυρήνες που είχαν απομείνει στην περιοχή και το κλείσιμο του δεν επηρέασε μόνο τους μαθητές, αλλά και τις οικογένειες τους, που αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε άλλες περιοχές μεγεθύνοντας ακόμη περισσότερο το πρόβλημα της εγκατάλειψης της πόλης από τους κατοίκους της.
Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά η Εκκλησία καταφέρνει να καθορίζει καταστάσεις που δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα της για δικά της οφέλη, οικονομικά και άλλα, ενώ ο Δήμος και η πολιτεία παρακολουθούν απαθείς ή και συμμετέχουν σε αυτή την παρωδία.
Με πρόσχημα λοιπόν τη μεταστέγαση της Αρχιτεκτονικής Σχολής στο σχολείο της Φανερωμένης, η Εκκλησία δεν επωφελείται μόνο οικονομικά από τα ενοίκια που ήδη εισπράττει. Το ότι οι εργασίες αποκατάστασης και επέκτασης του κτηρίου με κόστος πέραν των 10 εκατομμυρίων θα χρηματοδοτηθούν από κονδύλια της ΕΕ για έργα στην πόλη, σημαίνει πως ένα μεγάλο μέρος των κονδυλιών αυτών (που δεν είναι απεριόριστα) θα απορροφηθεί από το συγκεκριμένο στερώντας την πόλη από άλλα έργα. Ακόμα, ταυτόχρονα έχουν εξαγγελθεί κίνητρα -οικονομικά, και αύξηση συντελεστών- σε κτήρια της Εκκλησίας που δεν είναι διατηρητέα, για μετατροπή τους σε φοιτητικές εστίες.
Είναι φανερό ότι η προσφορά στην προκειμένη περίπτωση θα είναι πολύ μεγαλύτερη από τις πραγματικές ανάγκες, με αποτέλεσμα τα δωμάτια να καταλήξουν να νοικιάζονται για βραχεία διαμονή, προσελκύοντας επισκέπτες αντί κατοίκους, μετατρέποντας την πόλη σε ένα απέραντο πανδοχείο, αυξάνοντας τις τιμές των ενοικίων και μεγεθύνοντας το στεγαστικό πρόβλημα.
Απορία: Η καταγωγή της πλειοψηφίας των παιδιών που φοιτούσαν στο σχολείο της Φανερωμένης βοήθησε να παρθεί πιο εύκολα η απόφαση για το κλείσιμο του;
*Αρχιτέκτονας