Ο εργασιακός εκφοβισμός αποτελεί μια σοβαρή και επαναλαμβανόμενη κακοήθη ψυχοφθόρα συμπεριφορά κατά ενός εργαζομένου από έναν ή περισσότερους συναδέλφους ή προϊσταμένους. Μπορεί να περιλαμβάνει ψυχολογική βία, λεκτικές επιθέσεις και άλλες παρεμβάσεις που καθιστούν δυσκολότερη την εργασία του θύματος. Ο όρος αυτός, όταν αναφέρεται στο εργασιακό πλαίσιο, μοιάζει με το bullying μεταξύ παιδιών, αλλά οι ενήλικες συχνά χρησιμοποιούν πιο συγκαλυμμένες αλλά εξίσου βλαβερές ενέργειες.

Ο Leyman (1996) προτείνει τον όρο «mobbing» για να περιγράψει αυτή τη συμπεριφορά, ενώ οι Fox & Stallworth (2005) το περιγράφουν ως έναν ευρύ όρο που περιλαμβάνει όλες τις συμπεριφορές που οδηγούν στη θυματοποίηση του αποδέκτη. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, ένας στους έξι εργαζόμενους πλήττεται από bullying, με το 81% των bullies να είναι προϊστάμενοι.

Στο εκπαιδευτικό σύστημα, ο εργασιακός εκφοβισμός μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες μορφές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι παράλογες απαιτήσεις των προϊσταμένων  από τους εκπαιδευτικούς ή η ενόχληση για εργασιακά θέματα πέραν του ωραρίου τους, συχνά λόγω κακού προγραμματισμού από τους προϊσταμένους. Εκπαιδευτικοί που τολμούν να βάλουν όρια σε αυτές τις απαιτήσεις μπορεί να στιγματιστούν και να γίνουν αντικείμενα φημών και κουτσομπολιών, καθώς οι προϊστάμενοι χρησιμοποιούν την εξουσία τους για να τους επιβληθούν.

Οι προϊστάμενοι εφόσον δεν προάγονται στις θέσεις με βάση τις ικανότητές τους αλλά με βάση την αρχαιότητα συχνά δεν γνωρίζουν πρακτικές σχετικές με την ψυχολογία των εργαζομένων ή τις παραμέτρους που αφορούν στο ψυχολογικό συμβόλαιο των εκπαιδευτικών. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συνεχείς κριτικές για τη δουλειά του εκπαιδευτικού, συχνά συνοδευόμενες από ύβρεις, φωνές, αγανάκτηση και θυμό. Άλλες τακτικές περιλαμβάνουν τον αποκλεισμό των εκπαιδευτικών από σημαντικές πληροφορίες ή εργασίες, γεγονός που δυσχεραίνει την εργασία τους.

Σε κάθε εργασιακό περιβάλλον υπάρχουν διαφορετικοί τύποι ανθρώπων, από συνεργάσιμους έως αδιάφορους ή ακόμη και φθονερούς. Οι προϊστάμενοι που προάγονται χωρίς τα απαραίτητα προσόντα και ικανότητες συχνά δεν μπορούν να είναι επαγγελματίες και μπορεί να παρασύρονται από κουτσομπολιά ή προσωπικές συμπάθειες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κλίκες και ευνοιοκρατία, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί που αρνούνται να συμμετέχουν να δέχονται ύβρεις και προσβολές.

Όταν ένας εκπαιδευτικός υποβάλει παράπονο, συχνά αντιμετωπίζει την αδιαφορία ή την αποδοκιμασία των ανωτέρων, οι οποίοι μπορεί να απορρίψουν το παράπονο ως υπερευαισθησία ή αβάσιμο. Το θύμα μπορεί να στιγματιστεί ως προβληματικός και να βρεθεί στο ειδώλιο αντί για τον κακοποιητή. Η αντίδραση των ανωτέρων μπορεί να περιλαμβάνει τη μεταβίβαση του παραπόνου πίσω στους καταγγελλόμενους για διερεύνηση, γεγονός που οδηγεί σε κάλυψη των αδικημάτων και στιγματισμό του θύματος.

Η έλλειψη κατάλληλων μηχανισμών υποστήριξης των εκπαιδευτικών θυμάτων και η ανικανότητα των προϊσταμένων να διαχειριστούν τις καταγγελίες με διαφάνεια και αμεροληψία ενισχύουν τον εργασιακό εκφοβισμό. Σε συστήματα όπου οποιοδήποτε παράπονο πρέπει να υποβληθεί τηρώντας την ιεραρχία, ο εκπαιδευτικός συχνά αναγκάζεται να καταγγείλει τους bullies στους φίλους και συνεργάτες των τελευταίων, με αποτέλεσμα οι καταγγελίες να καταλήγουν σε ψευδείς ισχυρισμούς σε βάρος του θύματος.

Σε περιπτώσεις όπου ο εκπαιδευτικός είναι ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας σημαντικών γεγονότων, η μαρτυρία του συχνά αγνοείται, ενώ ο λόγος του προϊσταμένου θεωρείται ανώτερος, ακόμη και αν αυτός δεν ήταν παρών. Σε συστήματα με διαφθορά, οι ανώτεροι μπορεί να λάβουν εντολή να «κουκουλώσουν» μια υπόθεση, με αποτέλεσμα το θύμα να κατηγορείται για φαντασιώσεις.

Η αντιμετώπιση του εργασιακού εκφοβισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα απαιτεί τη θέσπιση διαδικασιών που αξιολογούν και ελέγχουν όλους τους εμπλεκόμενους. Η σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής ή γραφείου που θα ερευνά τις καταγγελίες μπορεί να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος. Μόνο με τον έλεγχο και τη διαφάνεια θα μπορέσει να αλλάξει η κουλτούρα και να προωθηθεί η ανθρωπιά, η κατανόηση και η στήριξη που είναι απαραίτητες για την εμπιστοσύνη και την παραγωγικότητα στον εκπαιδευτικό χώρο.

*ΜΒΑ Employee Relations/HRM. Organisational Psychology.

School Psychology. Phd student at Unic Education Department

Certified ANAD educator