Γυναικοκτονία. Πόσο συχνό φαινόμενο είναι στην Κύπρο; Είναι σημαντικό να εξετάζεται ως έμφυλο ζήτημα και υπό το πρίσμα της βίας κατά των γυναικών; Η Κύπρος με βάση δεδομένα της Eurostat (2022), βρίσκεται ανάμεσα στις 5 πρώτες χώρες με τις περισσότερες γυναικοκτονίες αναλογικά με τον πληθυσμό.

Με βάση τέτοια δεδομένα, πολλές αντιφατικές απόψεις έχουν έρθει στην επιφάνεια σχετικά με το αν χρειάζεται να εξετάζεται τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο και ως ζήτημα φύλου. Αυτές οι απόψεις οδηγούν σε συζητήσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου, μέρος των οποίων είναι και ο ρόλος των ΜΜΕ, στην κατανόηση, την κατασκευή αντιλήψεων και στάσεων, καθώς και την έξαρση ή μείωση των γυναικοκτονιών.

Εφόσον ζούμε στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και η πλειονότητα του κόσμου μαθαίνει για την επικαιρότητα από το διαδίκτυο, είναι σημαντικό να εξετάσουμε τον ρόλο των διαδικτυακών ΜΜΕ επί του συγκεκριμένου θέματος. Πώς τα ΜΜΕ «κατασκευάζουν» το φαινόμενο της γυναικοκτονίας; Τι ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος πλαισίωσης του φαινομένου στη διαιώνιση συγκεκριμένων αντιλήψεων και ιδεών, που οδηγούν σε αντίστοιχες στάσεις και δράσεις; Πώς ο τρόπος πλαισίωσης του φαινομένου επηρεάζεται από κοινωνικές, έμφυλες αντιλήψεις ή στερεότυπα;

Για να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα, διεξήγαγα τη μεταπτυχιακή μου διατριβή “The social construction of intimate-partner femicide in the Cypriot news media: a critical gender-frame analysis” (Η κοινωνική κατασκευή της γυναικοκτονίας από σύντροφο, στα κυπριακά μέσα ενημέρωσης: μια κριτική ανάλυση του φύλου), η οποία δημοσιεύτηκε από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης τον Δεκέμβριο του 2023.

Το ερώτημα της έρευνας είναι πώς τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης κατασκευάζουν κοινωνικά τη γυναικοκτονία με τη χρήση έμφυλων πλαισίων. Για να απαντηθεί αυτό, συλλέχθηκε ένα εκτεταμένο δείγμα δεδομένων, που αποτελείται από 2.681 άρθρα, 31 κυπριακών ψηφιακών εφημερίδων που αναφέρονται σε 26 περιστατικά γυναικοκτονίας από ερωτικό σύντροφο, που σημειώθηκαν κατά τη δεκαετία του 2012-2023, ή στο φαινόμενο της γυναικοκτονίας γενικά.

Στόχος είναι ο εντοπισμός και η ανάλυση των κοινωνικών συλλογικών έμφυλων αναπαραστάσεων που προκύπτουν από τις ειδήσεις. Αυτό συμπεριλαμβάνει την εξέταση της προσθήκης ή απουσίας περιστατικών γυναικοκτονίας στην ατζέντα των ΜΜΕ, με βάση ένα φεμινιστικό και κοινωνικό κατασκευαστικό θεωρητικό υπόβαθρο, χρησιμοποιώντας ως μεθοδολογία μια κριτική ανάλυση έμφυλων πλαισίων.

Στη μελέτη δίνεται σημασία και στο κοινωνικο-ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της Κύπρου. Συγκεκριμένα, γίνεται ανάλυση της σχέσης μεταξύ φύλου και της σύνθετης, πολύπλοκης ιστορίας της χώρας, που καθιστά την Κύπρο μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης. Διαπιστώθηκε ότι, η τάξη των φύλων στην Κύπρο – όπως και σε όλες σχεδόν τις χώρες – βασίζεται στις διαφορές μεταξύ των φύλων και διχοτομίες που αλληλεπιδρούν με θρησκευτικά και εθνικιστικά δόγματα κατασκευάζοντας ένα πατριαρχικό θεμέλιο σχέσεων εξουσίας που τοποθετούν τις γυναίκες ως “το άλλο”.

Αυτές οι διαφορές μεταξύ των φύλων καλλιεργούνται από την παιδική ηλικία μέσω διαδικασιών κοινωνικοποίησης και κοινωνικών ιδρυμάτων όπως η οικογένεια, η εκπαίδευση, η πολιτική και η θρησκεία, σχεδιάζοντας γραμμές και διαμορφώνοντας τις σχέσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς και την κατασκευή των ταυτοτήτων, των ρόλων και της κοινωνικής τους θέσης. Οι γραμμές αυτές καθιερώνουν και κανονικοποιούν λόγους αποκλεισμού, ανισοτήτων και βίας σε σχέση με έμφυλες ιεραρχίες και κανόνες που διαδίδονται, επιβάλλονται και εσωτερικεύονται ως καθολικές προσδοκίες και προδιαγραφές.

Τρανταχτό παράδειγμα η προσωποποίηση της Παρθένου Μαρίας με βάση εκκλησιαστικά πρότυπα, που επιβάλλει στις γυναίκες ως φυσικό τους ρόλο στην κοινωνία την παρθενία, την μητρότητα και την εξάρτηση στην αντρική ύπαρξη, χαρακτηριστικά τα οποία υποστηρίζονται ότι καθιστούν την γυναίκα ίση με τον άντρα. «Η εξύψωση της γυναίκας βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της στο πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας και ιδίως στη συμβολή της στην ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού… Η ιδιαιτερότητα της γυναίκας και των λειτουργημάτων που επιτελεί μέσα στην Εκκλησία την καθιστά αναμφισβήτητα ισότιμο μέλος προς τον άνδρα.» (απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Κύπρου για τον ρόλο της γυναίκας).

Προωθώντας τέτοια πρότυπα, η Εκκλησία της Κύπρου μπορεί να παρεμβαίνει σε κρατικά θέματα για την πρόληψη ή την επιβολή πολιτικών-νομοθεσιών κατά των δικαιωμάτων και της ελευθερίας των γυναικών. Όπως, η νομιμοποίηση της άμβλωσης καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια (το 2018), σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της άρνησης της Εκκλησίας και του δημόσιου “πολέμου” εναντίον της. Ωστόσο, ως μέρος της διαδικασίας εκκοσμίκευσης της Κύπρου, η άμβλωση νομιμοποιήθηκε υπό συγκεκριμένες συνθήκες (2022).

Πέρα από τη θρησκεία, σημαντικό στοιχείο στην οικοδόμηση της έμφυλης δομής στην Κύπρο είναι το πλαίσιο του εθνικισμού, της ειρήνης και των συγκρούσεων. Με το εθνικό πρόβλημα της Κύπρου, το λεγόμενο “Κυπριακό”, και τη συζήτηση μεταξύ των δύο κοινοτήτων να οικοδομούν ατομικές και συλλογικές ταυτότητες και να διαμορφώνουν όλες τις πτυχές του “πολιτικού” στη χώρα, εξαιρέσεις άλλων ανεπαρκειών και προβλημάτων στην κυπριακή κοινωνία, όπως το φύλο και οι ανισότητες σεξουαλικότητας, παράγονται και διαιωνίζονται.

Για παράδειγμα, όλες οι προτάσεις που παρουσιάζουμε ως χώρα για την επίλυση του Κυπριακού προωθούνται από άντρες πολιτικούς (που είναι η συντριπτική πλειοψηφία) βασισμένες σε αντρικά πρότυπα και τις αντιλήψεις που έχουν δομήσει τη δημόσια εθνική μας ιστορία, η οποία είναι ως επί το πλείστον πολεμοκεντρική με κεντρικό ζήτημα τον πόλεμο του 1974 και το Κυπριακό ζήτημα. Με σειρά, η δημόσια εθνική μας ιστορία είναι βασισμένη στην αντρική «ματιά» και εμπειρίες, με τη γυναικεία πλευρά να αποσιωπείται ή να παραβλέπεται. Αυτή η διαδικασία, έχει και ως αποτέλεσμα οι πολιτικές θέσεις και προτάσεις που προωθούνται να φέρνουν σε δεύτερη μοίρα προτάσεις για τη βία κατά των γυναικών, τις γυναικοκτονίες, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων κ.α. Τέτοιες προτάσεις έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να βγαίνουν στην επιφάνεια, ξεφεύγοντας από την «σκιά» του εθνικού μας προβλήματος, καθώς ένας μικρός αριθμός γυναικών έχουν αρχίσει να εισέρχονται σε πολιτικούς κύκλους.

Σε αυτό το πλαίσιο και βάσει του θεωρητικού υπόβαθρου για την σχέση ΜΜΕ και έμφυλης βίας-γυναικοκτονίας, παρουσιάστηκαν πολλές ομοιότητες αλλά και διαφορές με προηγούμενες έρευνες. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται στοιχεία όπως επαναλαμβανόμενα πρότυπα διαμόρφωσης του φύλου του θύματος, η παρουσίαση της βίας κατά των γυναικών ή της γυναικοκτονίας ως κοινωνικό πρόβλημα και άλλα.

Αρχίζοντας συγκεκριμένα με τα συμπεράσματα, όσον αφορά τα πλαίσια φύλου που χρησιμοποιούνται στις κυπριακές εφημερίδες, αυτά κατηγοριοποιούνται ως πλαίσια, πρώτο για το θύμα, δεύτερο για τον δράστη, τρίτο για τη βία κατά των γυναικών. Τα πλαίσια φύλου για το θύμα κυμαίνονται από την εκπροσώπησή της ως το “αθώο” θύμα – ως “η μητέρα” και “το θύμα κακών περιστάσεων”, έως την “ένοχη” γυναίκα – ως “η πόρνη”, “η χρυσοθήρας”, η “ενοχλητική γυναίκα” και η γυναίκα που εγκατέλειψε τον σύντροφό της.

Ο δράστης απεικονίζεται πρώτον, ως ο “μερικώς ένοχος” άντρας – “ο ζηλιάρης άντρας”, “ο ψυχοπαθής”, “ο εξοργισμένος άντρας” και το “θύμα κακών περιστάσεων”. Δεύτερον, ως “ο καλός άντρας” – “ο σωτήρας/λυτρωτής”. Τρίτον, ως ο “κακός άντρας”.

Η βία κατά των γυναικών απεικονίζεται πρώτον, με την ανδρική βία ως “αγάπη”, δεύτερον με τη γυναικοκτονία ως ένα ατομικό και μεμονωμένο περιστατικό χωρίς αναφορά στην έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία και τρίτο, με τη γυναικοκτονία ως διαρθρωτικό κοινωνικό πρόβλημα και έγκλημα έμφυλης/ενδοοικογενειακής βίας.

Ένα σημαντικό στοιχείο στο οποίο θα ήθελα να δώσω έμφαση είναι οι φυλετικές αντιλήψεις για τη βία και τη γυναικοκτονία, αλληλεπιδρώμενες με “λόγους” (discourses) αποικιοκρατικής, ηγεμονικής, ρατσιστικής ρητορικής που συχνά επικαλούνται τα ΜΜΕ για να επικρίνουν τις προβληματικές πτυχές της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας και της ασυμβατότητας των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών με την ηθική και τις βασικές αξίες μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας, όπως της Κύπρου.

Για παράδειγμα, η ταυτότητα των θυμάτων με μεταναστευτικό υπόβαθρο κατασκευάζεται ως υποδεέστερα θύματα του πατριαρχικού “μεταμοντέρνου” πολιτισμού και οι δράστες με μεταναστευτικό υπόβαθρο ως μισογυνιστές και βίαιοι. Η διαφορά αυτή παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ ως αποτέλεσμα του μεταναστευτικού/προσφυγικού καθεστώτος, δημιουργώντας έμμεσα ιεραρχικές κοινωνικές διαιρέσεις που καθιστούν τη διατομεακή θέση είτε των θυμάτων είτε των δραστών ως μέσο διαιώνισης ή πρόσληψης βίας.

Από την άλλη, υπάρχουν και αναπαραστάσεις των ΜΜΕ που επικεντρώνουν το πρόβλημα της γυναικοκτονίας και της βίας στο πλαίσιο του ρατσισμού που επηρεάζει τις κοινωνικές δομές του εθνικού πολιτισμού, των μεταναστευτικών πολιτικών, των συνθηκών για την ένταξη των μεταναστών και της “μετατοπιστικής” (translocational) θέσης των θυμάτων. Όλα αυτά τα πλαίσια δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά μόνα τους σε κάθε άρθρο αλλά η πλειονότητα αυτών περιέχει μια πολλαπλότητα και συνονθύλευμα μεθόδων πλαισίωσης. Επ’ αυτού, το θύμα της γυναικοκτονίας στις περισσότερες περιπτώσεις συζητιέται παθητικά (με εξαίρεση το πλαίσιο της “μητέρας”), δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα διατομεακά χαρακτηριστικά και παρέχοντας αιτιολογήσεις και “εύλογες” ή “λογικές” εξηγήσεις για τις ενέργειες του δράστη.

Επίσης, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός άρθρων που απελευθερώνουν μίσος και κριτική προς το κράτος και τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές της Κύπρου. Αυτά τα πλαίσια κατά συνέπεια, για την περίπτωση της Κύπρου δείχνουν από τη μία πλευρά να κατασκευάζουν μια σεξιστική αναπαράσταση της γυναικοκτονίας και από την άλλη πλευρά, η γυναικοκτονία δημιουργείται ως δημόσιο κοινωνικό πρόβλημα μέσω συσχετισμών με το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών και των κοινωνικών δομών. Δηλαδή, από τη μια, παρουσιάζονται τεχνικές ρομαντικοποίησης, δραματοποίησης του φαινομένου, ενοχοποίησης του θύματος (victim-blaming) και απενοχοποίησης του θύτη (perpetrator-absolving), δικαιολόγηση και κανονικοποίηση της γυναικοκτονίας και της βίας. Από την άλλη, παρουσιάζονται σχέσεις μεταξύ γυναικοκτονίας, έμφυλης βίας και κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς και αναγνώριση της ευθύνης της Πολιτείας, των αρμόδιων Αρχών και των ΜΜΕ στην έξαρση και συνέχιση των γυναικοκτονιών.

Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, μια σημαντική διαφορά μεταξύ παλαιότερης και πιο πρόσφατης δημοσιογραφίας είναι το γεγονός ότι σε άρθρα γραμμένα πριν από το 2019, εμφανίζονται περισσότερες σεξιστικές αναπαραστάσεις και πλαισιώσεις. Μετά το 2019, κυρίως μετά την γυναικοκτονία της Σοφίας Ζήνωνος, περισσότερα άρθρα παρουσίασαν τη γυναικοκτονία ως σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, με την ευθύνη να πέφτει τόσο στον δράστη όσο και τις πατριαρχικές έμφυλες και φυλετικές δομές. Αυτό οφείλεται λογικά στην κοινωνικο-ιστορική εξέλιξη και αλλαγή ιδεών σχετικά με τους ρόλους και τα στερεότυπα των φύλων, τα οποία αντικατοπτρίζονται και στην ιδεολογία των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ που εκπροσωπούν. Ρόλο σε αυτή την στροφή, διαδραμάτισε και το γεγονός ότι με αφορή το συγκεκριμένο γεγονός πολλές ακτιβιστικές και κοινωνικές οργανώσεις ξεσηκώθηκαν ενάντια στις διακρίσεις κατά των γυναικών και την πατριαρχία.

Κλείνοντας, με βάση την έρευνα παρόλη τη σεξιστική, ρατσιστική ατζέντα που τα περισσότερα ΜΜΕ προωθούν, αποδεικνύουν ότι έχουν και τη δύναμη να εξελιχθούν και να προωθήσουν κοινωνικά φαινόμενα με σκοπό την καταπολέμησή τους, αποδεικνύοντας τη  σημαντικότητά τους στην κοινωνία. Αυτό διαφαίνεται από την δυνατότητα μερικών δημοσιογράφων για κριτική των κοινωνικών δομών, και κυρίως για αυτοκριτική.

Άντρεα Λαμπ

Κοινωνιολόγος

MSc Sociology, University of Glasgow