Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η άμβλωση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο των ολοκληρωμένων υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης. Όμως, περίπου το 45% του συνόλου των αμβλώσεων είναι μη ασφαλείς, εκ των οποίων το 97% λαμβάνει χώρα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο συμβαίνουν 121 εκατομμύρια ακούσιες εγκυμοσύνες και πάνω από το 60% αυτών καταλήγουν στην άμβλωση. Η μη ασφαλής άμβλωση είναι η κύρια, αλλά αποτρέψιμη αιτία μητρικού θανάτου και νοσηρότητας. Εξάλλου, οι επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως για έφηβες ηλικίας μεταξύ 15 και 19 ετών.

Κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Η έλλειψη πρόσβασης σε ασφαλή και νόμιμη φροντίδα για άμβλωση αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών σχετίζονται με πολλά ανθρώπινα δικαιώματα, στα οποία συγκαταλέγονται το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην προστασία από απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, το δικαίωμα πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, την ενημέρωση και την εκπαίδευση και την απαγόρευση διακρίσεων. 

Η Επιτροπή για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών και η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία σε κοινή τους δήλωση τονίζουν ότι η πρόσβαση σε ασφαλείς και νόμιμες αμβλώσεις, καθώς και σε συναφείς υπηρεσίες και ενημέρωση, αποτελούν βασικές πτυχές της αναπαραγωγικής υγείας των γυναικών, προτρέποντας παράλληλα τις χώρες να θέσουν τέλος στους περιορισμούς των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς συνιστούν απειλή για την υγεία και τη ζωή τους.

Οι διεθνείς φορείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν επανειλημμένα και συστηματικά επιβεβαιώσει ότι η ποινικοποίηση και οι περιορισμοί στην άμβλωση αντιβαίνουν στις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών για τα ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύονται από το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, τη Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών, τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Εξάλλου, η αρμόδια Επιτροπή του ΠΟΥ για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών έχει παρατηρήσει ότι η ποινικοποίηση των υπηρεσιών άμβλωσης δεν έχει καμία αποτρεπτική αξία.   Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία «το ποσοστό των μη ασφαλών αμβλώσεων είναι σημαντικά υψηλότερο σε χώρες με εξαιρετικά περιοριστικούς νόμους για τις αμβλώσεις σε σχέση με χώρες με λιγότερο περιοριστικούς νόμους». Όπως επισημαίνεται, επίσης, από την ομάδα εργασίας του ΟΗΕ για τις διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και των κοριτσιών, όπου η άμβλωση ποινικοποιείται και υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς, η ασφαλής διακοπή της εγκυμοσύνης δεν είναι δυνατή για όλες τις γυναίκες, λόγω της κοινωνικοοικονομικής τους κατάστασης, και, ως εκ τούτου, καθίσταται προνόμιο των κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχων γυναικών, ενώ οι γυναίκες με περιορισμένους πόρους αναγκάζονται να καταφεύγουν σε μη ασφαλείς και παράνομες αμβλώσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία τους. Η απαγόρευση των αμβλώσεων και, ως εκ τούτου, ο εξαναγκασμός των γυναικών να αναζητούν μη ασφαλείς και παράνομες αμβλώσεις έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της μητρικής θνησιμότητας και νοσηρότητας.

Άλλωστε, η αρχή της μη οπισθοδρόμησης που προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο, απαγορεύει στα κράτη να λαμβάνουν μέτρα που υπονομεύουν, περιορίζουν ή αίρουν υφιστάμενα δικαιώματα ή προσδοκίες δικαιώματος στον τομέα της ισότητας των φύλων και της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων.

Η διασφάλιση της πρόσβασης σε ολοκληρωμένη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, σε ηλικιακά κατάλληλη διαπαιδαγώγηση και υπηρεσίες σχετικά με τη σεξουαλικότητα και τις σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων του οικογενειακού προγραμματισμού, των μεθόδων αντισύλληψης και της ασφαλούς, νόμιμης και δωρεάν άμβλωσης, καθώς και ο σεβασμός της αυτονομίας και της ικανότητας κάθε ατόμου να λαμβάνει ελεύθερες και τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με το σώμα και τη ζωή του, αποτελούν προϋποθέσεις για την επίτευξη της ισότητας των φύλων και της κοινωνικής και οικονομικής ισότητας. Η ισότιμη πρόσβαση στη φροντίδα για άμβλωση επιτρέπει στις γυναίκες να διαθέτουν μεγαλύτερη εξουσία επί του σώματός τους και ενισχύει την ικανότητά τους να βελτιώνουν την οικονομική τους ευημερία. Εξάλλου, η ευθύνη για την αντισύλληψη βαρύνει σε δυσανάλογο βαθμό τις γυναίκες, ενώ πρέπει να επιμερίζεται με τους άνδρες. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται η ανάγκη ανάπτυξης και προώθησης αντισυλληπτικών για τους άνδρες με σκοπό να μειωθούν οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες.

Εξάλλου, η ισότητα των φύλων, η εξάλειψη της φτώχειας και της εκμετάλλευσης παντού και η διασφάλιση υγιούς ζωής και ευημερίας για όλους αποτελούν θεμελιώδεις στόχους που καθορίζονται στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης 5, 1 και 3 αντίστοιχα του ΟΗΕ. Η διασφάλιση της καθολικής πρόσβασης στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και η εξάλειψη όλων των μορφών βίας και επιβλαβών πρακτικών κατά των γυναικών και των κοριτσιών αποτελούν στόχους στο πλαίσιο των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης 3 και 5. Όλα τα κράτη μέλη του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών της ΕΕ, έχουν αναλάβει καθήκοντα, δεσμεύσεις και υποχρεώσεις για την τήρηση και την προώθηση αυτών των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης και των επιδιώξεών τους.

Μη υπαγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των γυναικών σε πολιτισμικά, θρησκευτικά ή πολιτικά κριτήρια

Σε σχετική δήλωση των εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ του Σεπτέμβριο του 2021 τονίζεται ότι τα δικαιώματα των γυναικών είναι θεμελιώδη δικαιώματα που δεν μπορούν να υπαχθούν σε πολιτισμικά, θρησκευτικά ή πολιτικά κριτήρια. Όπως σημειώνεται, η επιρροή παρεμβάσεων ιδεολογικού και θρησκευτικού χαρακτήρα σε θέματα δημόσιας υγείας υπήρξε ιδιαίτερα επιβλαβής για την υγεία και την ευημερία των γυναικών και των κοριτσιών.

Ως εκ τούτου, τα κράτη οφείλουν να ρυθμίσουν το ζήτημα της άρνησης παροχής νόμιμων υπηρεσιών άμβλωσης από παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, μεταξύ άλλων βάσει ρήτρας επίκλησης λόγων «συνείδησης», κατά τρόπο που να μην αποκλείει την πρόσβαση των γυναικών στην άμβλωση. Τούτο αναφέρθηκε ρητά στο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουνίου 2022 σχετικά με τις παγκόσμιες απειλές κατά του δικαιώματος στην άμβλωση. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταδίκασε το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες άμβλωσης λόγω του ότι σε ορισμένα κράτη μέλη αποτελεί κοινή πρακτική οι ιατροί, και σε κάποιες περιπτώσεις ολόκληρα ιατρικά ιδρύματα, να αρνούνται την παροχή υπηρεσιών υγείας βάσει της ρήτρας επίκλησης λόγων «συνείδησης», με αποτέλεσμα την άρνηση της φροντίδας για άμβλωση λόγω θρησκείας ή «συνείδησης», γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή και τα δικαιώματα των γυναικών. Σημειώνεται μάλιστα ότι η ρήτρα αυτή χρησιμοποιείται συχνά και σε καταστάσεις όπου τυχόν καθυστέρηση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία της ασθενούς.

Συμπέρασμα

Η πρόσβαση στην άμβλωση αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα, ενώ η καθυστέρηση και η αποστέρησή της συνιστούν μορφές έμφυλης βίας και μπορεί να ισοδυναμούν με βασανιστήρια και/ή σκληρή, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Τα κράτη, βάσει του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οφείλουν να θέσουν τέλος στους περιορισμούς των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς συνιστούν απειλή για την υγεία και τη ζωή τους, να παρέχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και ενημέρωση, μεταξύ άλλων σχετικά με τους κινδύνους σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης, να ρυθμίσουν το ζήτημα της άρνησης παροχής νόμιμων υπηρεσιών άμβλωσης από παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, μεταξύ άλλων βάσει ρήτρας επίκλησης λόγων «συνείδησης» κατά τρόπο που να μην αποκλείει την πρόσβαση των γυναικών στην άμβλωση και να αμφισβητούν τα έμφυλα στερεότυπα στην κοινωνία.

  • Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Frederick