Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυπριακή οικονομία δεν μας τα έφερε η πανδημία ή η παγκόσμια σημερινή κρίση, με την έξαρση της ακρίβειας και του πληθωρισμού.

Η κρίση που μαστίζει σήμερα την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία, όπως επίσης η κρίση της ενέργειας και του πετρελαίου, ήταν η αιτία να αποκαλυφθεί η γύμνια μας, αλλά και ο ερασιτεχνισμός που διαχρονικά επικρατεί σε αρκετούς τομείς της κυπριακής δημόσιας ζωής. Αν όχι βέβαια σε όλους.

Ένας ερασιτεχνισμός που διέκρινε και εξακολουθεί να διακρίνει όσους κατά καιρούς διαχειρίστηκαν την εκτελεστική εξουσία, χωρίς βέβαια η νομοθετική να είναι άμοιρη ευθυνών.

Γυρίζοντας την ιστορική μνήμη στο παρελθόν αναφέρουμε τα εξής:

Η Κύπρος σήμερα, παρά τη διεθνή οικονομική κρίση, θα ήταν σε πολύ καλύτερη θέση και κατάσταση, αν δεν ήταν π.χ. απόλυτα εξαρτώμενη του πετρελαίου. Μια χώρα στην οποία ο Θεός χάρισε απλόχερα τον ήλιο, έμεινε προσκολλημένη στον μαύρο χρυσό.

Ανύπαρκτη ενεργειακή πολιτική, που δεν είναι άσχετη με το ανύπαρκτο φθηνό δημόσιο μεταφορικό μέσο. Όλα αυτά αφήνουν τον απλό πολίτη εξαρτώμενο του ιδιωτικού αυτοκινήτου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Ακόμη και το αεροδρόμιο το συνδέσαμε με την πρωτεύουσα με λεωφορείο, με καθυστέρηση πολλών ετών. Σκεφτείτε πόσα εκατομμύρια θα υπήρχαν σήμερα στα δημόσια ταμεία αν αντί να αγοράζουμε πετρέλαιο χρησιμοποιούσαμε τη δωρεάν ηλιακή ενέργεια.

Σαν αποτέλεσμα κοντόφθαλμων πολιτικών και μυωπικών αντιλήψεων, κάποια στιγμή καταφέραμε να μείνουμε χωρίς νερό. Ενώ η χώρα μας είναι νησί και ως εκ τούτου περικλείεται από θάλασσα, μείναμε χωρίς νερό. Πετύχαμε δηλαδή το ακατόρθωτο.  Έτσι, στο τέλος, για να έχουμε νερό τουλάχιστον για να πίνουμε, αγοράσαμε από τρίτους. Και το χρυσοπληρώσαμε, όπως αρμοδίως αποφάνθηκε τότε και η Ελεγκτική Υπηρεσία.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσα εκατομμύρια θα υπήρχαν σήμερα στα κρατικά ταμεία, αν φτιάχναμε π.χ. πριν 30 χρόνια μονάδες αφαλάτωσης (τότε το κόστος κατασκευής τους ήταν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι είναι σήμερα) και αν χρησιμοποιούσαμε το νερό της θάλασσας.

Η φοροδιαφυγή

Είτε από ατολμία, είτε από ανικανότητα, είτε από φόβο να συγκρουστούν οι κυβερνήσεις με τα οποιαδήποτε κατεστημένα, αφέθηκε η φοροδιαφυγή να οργιάζει.  Αποτελεί σήμερα για πολλούς αυτοτελώς εργαζόμενους και εταιρείες εθνικό σπορ. Τα δημόσια ταμεία είναι ελλειμματικά, αλλά η φοροδιαφυγή και οι αθλητές του είδους πλεονάζουν.

Ουδέποτε σ’ αυτό τον τόπο υπήρξε πολιτική τόλμη αλλά και συναντίληψη ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία ως προς το πώς αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή. Μάλιστα, σε κάποια στιγμή, επί υπουργού Οικονομικών Μιχάλη Σαρρή, η Βουλή τορπίλισε κυβερνητικό νομοσχέδιο που επιχειρούσε να βάλει τάξη στην αταξία της φοροδιαφυγής.

Βάλαμε όλα τα αυγά της ανάπτυξης στο ίδιο καλάθι, αυτό του τουρισμού και των υπηρεσιών και αφήσαμε τον πρωτογενή τομέα της γεωργίας στην τύχη του.

Την κότα που κάποτε μάς γεννούσε τα χρυσά αυγά του τουρισμού, την αφήσαμε και πέθανε. Κάναμε δεκαετή σχέδια και προγραμματισμούς, αλλά πετύχαμε μηδενικά αποτελέσματα, κυρίως ως προς την ποιότητα. Πρόοδος και ανάπτυξη περιορισμένη, ενώ πετάξαμε έξω από την τουριστική βιομηχανία τον Κύπριο εργαζόμενο, που ήξερε τι σημαίνει κυπριακή φιλοξενία και χαμόγελο. Αυτόν που ήξερε να προωθήσει και να πουλήσει το τουριστικό μας προϊόν τον βάλαμε στο περιθώριο.

Σήμερα, η ξενοδοχειακή και τουριστική μας βιομηχανία είναι ακριβή και απρόσωπη αλλά και με χαμηλή παραγωγικότητα και μη ανταγωνιστική, όχι λόγω των μισθών, αλλά λόγω άλλων παραγόντων.

Παραγωγικότητα

Όταν οικονομικοί αρθρογράφοι και οικονομολόγοι του ιδιωτικού τομέα υποδείκνυαν πως η παραγωγικότητα μας ήταν ιδιαίτερα χαμηλή, κάποιοι σφύριζαν αδιάφορα, γιατί δεν είχαν την παλικαριά να συγκρουστούν με κακές εργοδοτικές αντιλήψεις, που δεν άφηναν να υλοποιηθούν συμφωνημένα σχέδια για βελτίωση της εθνικής παραγωγικότητας. Σχέδια που εκπονήθηκαν τον Μάρτη του 1996 επί Γλαύκου Κληρίδη και έμειναν στα συρτάρια.

Στο θέμα της βελτίωσης της παραγωγικότητας, χάθηκαν τουλάχιστον τρεις δεκαετίες.  Αν είναι δυνατόν…

Άφησα τελευταίο το θέμα των λανθασμένων στρατηγικών σχεδιασμών και των λανθασμένων στρατηγικών προσανατολισμών στην ανάπτυξη της οικονομίας, για να πω το εξής: Στην Κύπρο κάποτε είχαμε την Παιδαγωγική Ακαδημία που έβγαζε δασκάλους. Δεν καταφέραμε να βγάζουμε όσους χρειαζόμαστε και τρέχαμε εκ των υστέρων να καλύπτουμε τις ανάγκες διορίζοντας στη Δημοτική Εκπαίδευση είτε φιλολόγους, είτε θεολόγους, είτε άλλες ειδικότητες καθηγητών, οι περισσότεροι από τους οποίους βέβαια, ανταποκρίθηκαν πλήρως και επαρκώς στα καθήκοντα που τους ανατέθησαν.

Το ίδιο πάθαμε και με τους νοσηλευτές. Ενώ η Κύπρος είχε Νοσηλευτική Σχολή, «ελείφτηκε» τους νοσηλευτές και τις νοσηλεύτριες. Φέραμε εισαγόμενους, αλλόγλωσσους και τα λοιπά, που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους καημένους τους παππούδες και τις γιαγιάδες που εκαλούντο να περιθάλψουν.  Καλημέρα ο ένας, καληνύχτα ο άλλος. Τόση απόσταση στη συνεννόηση, μέχρι να επιτευχθεί κάποια υποτυπώδης επικοινωνία.

Κάποιοι πρέπει να ντρέπονται

Αυτά τα παραδείγματα φανερώνουν ανικανότητα στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της οικονομίας, με αποτέλεσμα σήμερα που μας ξετίναξε η κρίση να βλέπουμε στον καθρέφτη το γυμνό και πληγωμένο κορμί της κυπριακής οικονομίας και να θλιβόμαστε.

Κάποιοι, βέβαια, πρέπει να ντρέπονται, γιατί ενώ είχαν στα χέρια τους εκτελεστική και νομοθετική εξουσία προτίμησαν να αφήσουν τα πράγματα στον αυτόματο πιλότο. Όλα τα πιο πάνω είναι ιστορικά γεγονότα που δεν επιδέχονται καμίας διάψευσης.  Σήμερα γράφονται για προβληματισμό, για ενημέρωση της νέας γενιάς, αλλά και με την κρυφή ελπίδα πως δεν θα επαναληφθούν τέτοιου είδους ολιγωρίες και λάθη σε βάρος της κυπριακής οικονομίας.

*  Οικονομολόγος – Δημοσιογράφος