Το τελευταίο κύμα εγκληματικότητας δεν μπορεί παρά να αναλυθεί μέσα στο όλο πλαίσιο διακυβέρνησης. Με τρόπο μάλιστα που εάν μιλούσαμε με οικονομικούς όρους, θα περιγράφαμε εδώ τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Η πατρίδα μας στους πολιτικούς δείκτες βρίσκεται στον πάτο εδώ και χρόνια, αλλά κανένα μνημόνιο δεν έχει επιβληθεί και καμιά ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν έχει γίνει.

Χρόνο με τον χρόνο το τεράστιο έλλειμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικού συστήματος και πολιτών διευρύνεται. Αποκτώντας μόνιμα και επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Πέραν όμως από τις συχνές εξαγγελίες πολιτικών καριέρας, κανένα δραστικό μέτρο δεν φαίνεται να λαμβάνεται. Παρά το ότι όλοι φαίνεται να αναγνωρίζουν ότι το πολιτικό σύστημα έχει εργαλειοποιηθεί για εξυπηρέτηση πελατειακών και ρουσφετολογικών αιτημάτων, ότι επικρατεί αδιαφάνεια στη ροή του πολιτικού χρήματος και ότι η διαπλοκή-διαφθορά κατατρώει τα σωθικά της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, καθιστώντας τους αναποτελεσματικούς. Δεκάδες έρευνες κοινής γνώμης κάθε φορά επιβεβαιώνουν τη σαθρή κατάσταση που επικρατεί αλλά και την απογοήτευση των πολιτών.  

Δυστυχώς, η θλιβερή εικόνα του πολιτικού συστήματος δεν είναι αδικαιολόγητη. Είναι προϊόν χιονοστιβάδας σκανδάλων και του ξεπλύματος/συγκάλυψης τους. Ως διαφαινόμενα παρεπόμενα μιας καθημερινής πρακτικής όσων ασκούν εξουσία, αλλά και της ανεπάρκειας σημαντικού μέρους του πολιτικού προσωπικού.

Η πραγματικότητα είναι ότι το υφιστάμενο σύστημα διακυβέρνησης είναι διάτρητο πια σε όλες τις βαθμίδες και δεν αρκούν οι όποιες καλοπροαίρετες σπασμωδικές ενέργειες για να διορθωθούν τα κακώς έχοντα. Χρειάζεται ολοκληρωμένη θεραπεία. Να επιστρέψουμε στο αυτονόητο. Να αναδομηθούν οι σχέσεις πολιτικών – πολίτη. Πάνω σε ξεκάθαρες αρχές και διαφανείς διαδικασίες. Με κανόνες ελέγχου και λογοδοσίας.  

Αυτό θα αποτελούσε πεδίον δόξης λαμπρό για έναν νέο Προέδρο της Δημοκρατίας. Ειδικότερα του διαδόχου μιας διακυβέρνησης για την οποία τόσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν για αυτά τα ζητήματα. Τόσο στην πατρίδα μας, αλλά κυριότερα στο εξωτερικό. Ενδεχομένως ως αποτέλεσμα του χαμηλότερου σημείου στο οποίο υπέπεσε η πατρίδα μας στους δείκτες διαπλοκής και διαφθοράς τη δεκαετία.

Και είναι ομολογουμένως άξιο απορίας πως, παραταύτα, μια νέα Κυβέρνηση «πέτυχε» να διαψεύσει τις προσδοκίες της κοινωνίας και να απαιτηθεί «επανεκκίνηση», τόσο γρήγορα. Έγινε όμως έστω και τώρα επανεκκίνηση; Φοβάμαι πως όχι. Γι’ αυτό απαιτούνται πολύ περισσότερα από την αλλαγή προσώπων. Απαιτείται αλλαγή πολιτικής.

Η σωστή διακυβέρνηση ξεκινά πρωτίστως από το ανώτατο επίπεδο της εκτελεστικής εξουσίας και ακολούθως διοχετεύεται σε όλο το φάσμα της κρατικής μηχανής και των εποπτευόμενων οργανισμών ή όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Ασφαλώς, η λειτουργία του συστήματος επεκτείνεται βαθμιαία σε όλους τους δρώντες, κυρίως όσον αφορά στα πολιτικά κόμματα και στους εκπροσώπους τους.

Οι βασικές Αρχές καλής διακυβέρνησης είναι ουσιαστικά απλές στην υλοποίηση τους, έχουν μικρό σχετικά κόστος και τεράστια οφέλη. Έχουν όμως μια απαραίτητη προϋπόθεση υλοποίησης: την πολιτική βούληση.

  • Συμμετοχικότητα: οι απόψεις της κοινωνίας να λαμβάνονται υπόψη.
  • Κράτος Δικαίου: οι νόμοι να εφαρμόζονται αμερόληπτα και να υφίσταται ισονομία.
  • Σύγκλιση απόψεων: οι αποφάσεις να αντικατοπτρίζουν την ευρεία συμφωνία των ενδιαφερόμενων μερών και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της κοινωνίας.
  • Ισότητα και συμπερίληψη: όλα τα μέλη της κοινωνίας να έχουν ίσες ευκαιρίες για βελτίωση της ευημερίας τους.
  • Αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα: οι διαδικασίες και οι θεσμοί να παράγουν κοινωνικά ωφέλημα αποτελέσματα, αξιοποιώντας με βέλτιστο τρόπο τους δημόσιους πόρους.
  • Έλεγχος και υποχρέωσηλογοδοσίας: όλες οι βαθμίδες εξουσίας να ελέγχονται ουσιαστικά.   

Τα πιο πάνω δεν χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση για να αντιληφθεί κάνεις ότι απέχουμε ως κοινωνία από την εφαρμογή τους. Σε τέτοιο βαθμό, που εάν το πολιτικό σύστημα εφαρμόσει ανάλογο πλαίσιο Αρχών, θα είναι η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έγινε ποτέ σε αυτό τον τόπο.

Είναι κρίμα να έχουμε κληρονομήσει μια τόσο όμορφη χώρα, με τόσα στρατηγικά πλεονεκτήματα, να έχουμε έναν από τους πιο εργατικούς λαούς της Ευρώπης και να αρκούμαστε σε τέτοια πενιχρά αποτελέσματα όσον αφορά στη δημοκρατική λειτουργία του τόπου μας και, κατ’ επέκταση, στην ευημερία μας. Μας αξίζει κάτι καλύτερο. Γι’ αυτό ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα.

* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του πανεπιστημίου του Cambridge