Η Μελίνα, μια κοπέλα με νοητική υστέρηση, απευθύνεται σε όλους εμάς, χάρη στην τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης, δείχνοντας πως νιώθει ένα τέτοιο άτομο στη σημερινή κοινωνία.

Κοιμούμαι τα βράδια, ήσυχα ήρεμα, τόσο που για να βεβαιωθούν οι διπλανοί μου πως κοιμούμαι, θα πρέπει να με πλησιάσουν για να ακούσουν την αναπνοή μου και να δουν το στήθος μου να ανεβοκατεβαίνει. Κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά, κοιτάζω βλέπω τον ουρανό…, λέει ένα ωραίο τραγούδι που τραγουδώ στον ορθό τόνο της μουσικής. Έχω ωραία, μελωδική και δυνατή φωνή. Ξέρω πολλά τραγούδια. Όταν το ραδιόφωνο μεταδίδει ελληνικά τραγούδια, συνοδεύω κι εγώ τον τραγουδιστή. Τραγουδώ πολλά ελληνικά τραγούδια. Δεν προφέρω, βέβαια, ορθά τις λέξεις, μήτε και ξέρω τη σημασία τους. Όμως, νιώθω βαθιά μέσα μου την ομορφιά της μουσικής και συγκλονίζομαι από χαρά όταν τραγουδώ, ιδιαίτερα μαζί με άλλους. Δεν τραγουδώ όμως κατά παραγγελία. Όταν με πιέζουν να τραγουδήσω και δεν μου κάνει κέφι, το ρίχνω σε ασυνάρτητες κουβέντες και χειρονομίες. Έτσι νιώθω, γιατί νομίζω πως επειδή ξέρουν την πνευματική μου κατάσταση δείχνουν συγκατάβαση. Όπως γίνεται δηλαδή με τα μωρά. Εγώ όμως χαίρομαι πάντα και εκδηλώνω τη χαρά μου. Τραγουδώ, όταν εγώ το θέλω. Πολλές φορές μόνη μου πριν κοιμηθώ. Ναι, είμαι πάντα χαρούμενη, ευδιάθετη και το δείχνω. Στα κέντρα χαιρετώ όλους τους θαμώνες, γεια σου…..τι κάνεις…..έρχονται Χριστούγεννα…..θέλεις δώρα…..είσαι καλά; Προτείνω μάλιστα και το χέρι μου, όχι για τυπική χειραψία. Δεν ξέρω από τέτοια, αλλά για να το κρατήσει ο άλλος, να νιώσω την αδελφοσύνη και στήριξη σ᾽ αυτή την όμορφη ζωή. Και να του μεταδώσει το δικό μου χέρι τα ίδια αισθήματα. Ναι, στο δικό μου κόσμο οι άνθρωποι είναι μια μεγάλη αγκαλιά, ένα χαμόγελο όπως το δικό μου. Να με δείτε να χαμογελώ, είναι σα να ανθίζει ένα μεγάλο γιασεμί γύρω από τη γη.

Βέβαια, δίκαια μπορεί να αναρωτηθείτε. Μα πού ζει αυτή; Σε ποιο κόσμο κοιμάται και ονειρεύεται; Μήπως σε έργα λογοτεχνικής φαντασίας, που τέτοια δεν υπάρχουν ή στη δική της φαντασία και, ορθά θα πείτε, πως δεν πρέπει να λειτουργεί κανονικά. Ίσως σκεφτείτε πως κάτι συμβαίνει με τις σκέψεις της καθώς δείχνει η γενική εμφάνιση και συμπεριφορά της.

Έχετε δίκαιο. Η Θεία Πρόνοια με έχει ευλογήσει, αλλά κι εσείς κατατάξει επιστημονικά, στην ομάδα των ανθρώπων με νοητική υστέρηση. Ποια είμαι εγώ; Μα μια ανθρώπινη ύπαρξη, χωρίς όμως τις δικές σας ιδιότητες που η ιατρική ορίζει ως τον κανονικό νοήμονα άνθρωπο. Και είναι ορθή η διαφοροποίηση. Εμένα όταν ξυπνήσω το πρωί, που σηκώνομαι πρέπει να με βοηθήσουν να ντυθώ, να πλυθώ, να μου ετοιμάσουν τα γεύματα μου. Αν με αφήσετε απροστάτευτη στον δρόμο θα με κτυπήσουν τα αυτοκίνητα. Και αν μου θυμώσετε ή ακόμη με κτυπήσετε, δεν έχω τη δύναμη να αμυνθώ, μόνο να κλαίω. Ούτε και να φωνάξω «βοήθεια» μπορώ. Και το πιο σοβαρό στο δικό μου μυαλό, δε θα ξέρω το γιατί. Για τον ίδιο λόγο δεν αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε όταν άκουα τις τρομερές εκρήξεις των βομβών στον πόλεμο. Ένιωθα όμως την αγωνία και ανησυχία των ανθρώπων γύρω μου.

Εγώ δεν μπορώ να γίνω γιατρός, δικηγόρος, λογιστής, πολιτικός, μήτε καν εργάτρια. Και, βέβαια, δεν μπορώ να γράφω μήτε να διαβάζω. Αποτελώ όμως μια πολύ, μα πάρα πολύ μεγάλη προσφορά για σας. Η επιστήμη, εφόσον με χαρακτηρίζει εμένα και τους όμοιους συνανθρώπους μου ως άτομα με νοητική υστέρηση, κατατάσσει εσάς τους υπόλοιπους στους πνευματικά υγιείς. Και η διαφοροποίηση βοηθά, βολεύει τη γνωστή πορεία του κόσμου. Κι εσείς οι γνωστικοί ξέρετε καλύτερα ποια είναι αυτή η πορεία. Κι εμείς, άφωνοι, με μόνη την ύπαρξη μας, διεκδικούμε να δείτε στην αθωότητα μας την αλλαγή αυτής της πορείας προς την κατεύθυνση της ειρήνης, συνύπαρξης, ανεκτικότητας και αρετής.

Έχουμε όμως και μια μεγάλη διαφορά. Εσείς περιμένετε, γιατί γνωρίζετε την αναπόφευκτη πορεία προς τον θάνατο. Και φοβάστε, «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατο». Ένεκα του φόβου αυτού, το άγνωστο μετά τον θάνατο, επινοήσατε θρησκείες, δοξασίες και πίστεις, την εν ζωή δηλαδή αθανασία.

Με αφορμή δε τις διαφορές σ’ αυτές τις δοξασίες και άλλες, προερχόμενες από τα υγιή μυαλά σας, αφανίζετε σε φρικτούς πολέμους κατά καιρούς εκατομμύρια αθώους ανθρώπους.

Εγώ όμως δεν ξέρω τι είναι ο θάνατος και δεν τον περιμένω, αφού δεν μπορώ να τον «εννοήσω». Μένω με την πίστη μιας νοητικά υστερημένης κοπέλας πως ο κόσμος, ο αγγελικά πλασμένος, είναι αυτός που ζω. Γι᾽ αυτό και είμαι πάντα χαρούμενη. Και μόνο αυτό, σαν πολύτιμο δώρο μπορώ να σας χαρίσω.

Τώρα θα μου πείτε, αφού είμαι πνευματικά υστερημένη, πώς έγραψα αυτές τις σκέψεις. Λοιπόν, με βοήθησε η πρόσφατη μεγάλη ανακάλυψη σας, αυτή της τεχνητής νοημοσύνης.