H Μαρίνα Σαβεριάδου γράφει για τη συνάντηση αιχμαλώτων πολέμου 1974 που έγινε την Κυριακή 4/2/2024 και στηλιτεύει την αντιμετώπιση που έχουν από την επίσημη Πολιτεία.
Ντυμένοι με τα κοστούμια τους, γερασμένοι, βαδίζουν αργά, αλλά από κανέναν δεν έλειπε η αξιοπρέπεια. Ασπρομάλληδες, με πρόσωπα οργωμένα από τις ρυτίδες, στέκονται στη σειρά, με υπομονή, κοιτάζει ο ένας τον άλλο και συστήνονται:
-Πού έκαμες αιχμάλωτος;
-Αμάσια. Εσύ;
-Άδανα. Εσύ;
-Αντίγιαμα.
-Α, εκεί ήταν χειρότερα.
Διηγούνται σκηνές λες και ήταν από κάποια κινηματογραφική ταινία που έκατσαν ένα καλοκαίρι και την παρακολούθησαν όλοι μαζί, σε ένα θερινό σινεμά. Σου δείχνουν τα σημάδια στα χέρια τους από τα σχοινιά που τους είχαν δεμένους και από τα σβησμένα τσιγάρα και τα μάτια τους βουρκώνουν.
Εκείνοι που φοβούνται ότι μιλώντας για τους αιχμαλώτους πολιτικοποιούμαστε ή ακολουθούμε κάποια παράταξη να σταματήσουν να το φοβούνται. Το θέμα για μένα είναι καθαρά ανθρωπιστικό και δεν πήγα στο παρελθόν να δω γιατί έγιναν οι πόλεμοι και αν έφταιγαν οι μεν ή οι δε.
Αυτό που ήταν το πιο σοβαρό για μένα ήταν το μετατραυματικό στρες που ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε. Εκείνοι οι νέοι που αιχμαλωτίστηκαν, χτυπήθηκαν, βασανίστηκαν, εξαθλιώθηκαν, ντροπιάστηκαν με κάθε τρόπο και μέσο, γύρισαν πίσω και κλήθηκαν να ζήσουν με το τραύμα τους επώδυνο και αθεράπευτο μέσα σε μια αιμορραγούσα κοινωνία.
Η ντροπή και ο πόνος ήταν για πολλά χρόνια καλυμμένη από τη σιωπή. Το μόνο που ξέραμε, εμείς τα παιδιά τους, ήταν ότι κάποτε αιχμαλωτίστηκαν. Δεν ξέραμε ποτέ τι πέρασαν, κανένας τους δεν μας έλεγε. Ούτε να φανταστούμε μπορούσαμε, πώς να παράξει ο παιδικός νους έτσι θηριωδίες. Μετά τα χρόνια πέρασαν και οι σκελετοί άρχισαν να βγαίνουν από τις ντουλάπες.
Να οι φωτογραφίες και να οι επιστολές της μάνας μέσω του ερυθρού σταυρού και να τα σημάδια.
Ο κύριος Χ μου δείχνει τα σημάδια στα χέρια του από τα σχοινιά που τον είχαν δεμένο, τα σημάδια από τα σβησμένα τσιγάρα. Η γυναίκα του μου περιγράφει ότι ήταν αγνοούμενοι και τους έταξαν στον Άγιο Νεκτάριο και αμέσως τους πήραν τηλέφωνο να τους πουν ότι ήταν ζωντανοί και από τότε κάνει την γιορτή του Αγίου. Μου μιλά και είναι σαν να τα ζει ακόμα.
Σιωπηλοί, νευρικοί, θλιμμένοι, κάθονται με την πλάτη στον τοίχο, και πάντα ντροπιασμένοι. Γερασμένοι, με προβλήματα που προήλθαν ως επί το πλείστον από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας να «πολεμούν» ακόμα για την αναγνώριση και τα δικαιώματα τους, για ένα τιμητικό δίπλωμα αναγνώρισης από την Πολιτεία, για οικονομική ενίσχυση σε αυτούς που χρειάζονται πλέον κατ’ οίκον φροντίδα.
Η Πολιτεία το μόνο που περιμένει είναι να φύγουν ένας – ένας μέχρι και τον τελευταίο, να συνεχίσει κανονικά και χωρίς άλλους αντιπερισπασμούς τον οικονομικό της και πολιτικό της εξωραϊσμό, χωρίς μειονότητες και χωρίς ευάλωτες ομάδες και χωρίς ανοιχτές πληγές. Ένα αγκάθι στη φτέρνα της κυπριακής Μπανανίας, που περιμένει να αποβληθεί για να συνεχίσουμε απρόσκοπτα, χωρίς ανοιχτές πληγές, χωρίς μνήμη, χωρίς ξυπνητήρια, τον μακάριο μας ύπνο.