Ο Γιάννης Πεγιώτης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός – ερευνητής, αποχαιρετά τον Γεώργιο Ξενορώντος Σέρτη.
Ήντα ’μαθα μάστρε Σέρτη,
Στις πύλες της Ανατολής έμπα του Παράδεισου πολλοί σε περιμένασην να σε προηπαντήσουν. Μα τζιαι ’νας μάστρος μας καλός βάρδος αντριωσύνης ’ναι τζιείνος που επαίδεψεν ομιαλος ο κόσμος της Ρωμιοσύνης.
Είπαν μου ετραουδά σου να σε παρηορήσει. Εσέν που παρηόρησες τόσον την Ρωμιοσύνην τούντο φτωχόν ρωμέικον δα πέρα στες Ανατολές της Τζιύπρου που εβρέθην. Τζιαι πως σε σιχταγκάλιασεν τζιαι ο Παππούς Βασίλης. Καλώς τον γιον μας τον καλόν πο ’γραψεν σσίλιους λόους. Για να σταθεί ο τόπος μας με τους σοφούς αδρώπους να μεν τουρτζιέψει τζιαι χαθεί που τους κουρσάρους που ’ρτασην τζιαι τους προσσιυνημένους.
Τζι είπαν μου στέκασην ΣΕΙΡΑΝ ούλλοι του Αμιάντου, οι φαλιαδόροι οι καλοί τζιαι ο σοφός παππούς σου με τον παπά τον φίλο του που τόσον σ’ αγαπήσαν. Είπαν μου στέκασην ΣΕΙΡΑΝ πολλά να σε φιλήσουν.
Εστέκαν έτσι ταπεινά τζι όμπρος ένας λεβέντης. Είπεν ο Ζήδρος ταπεινά… Έτε θκειέ Μιχαηλίδη χάμνα τον νάκκον έτσι τσας να τον ανασπαστή ο φίλος του Γληόρης Αυξεντίου. Τόσα εν ’πογραψεν πολλά για την ελευθερίαν… Τζι ευτης επαραμέρησεν ο γέρος ο Βασίλης. Τζιαι γόνατοντα ο μάστρος μας εφίλησεν τα σέρτικα τα σιέρκα Γεωργίου που ’γραψαν για τη λευτερκάν τζιαι το καλόν λάμπαϊν.
Στο έμπα της Παράδεισος ούλλοι καλοφιλούν σε. Ήρταν τζι αγγέλοι ξόπρωτοι τζι ήρτεν Άης Δημήτρης τόσον που τον αγάπησες εις τη Θεσσαλονίκην. Ήρτεν ο Γιώρκος είπασην τζείντο γρουσόν κοπέλλιν, ο μάστρος της Ελληνικής, ανήρ ελευθερίας. Ο πρωτινός της Αρετής, ο παρηορητής γρουσός της Ρωμιοσύνης.