Φαίνεται, όμως, πως η εισαγωγή των Τ.Π.Ε. στην εκπαίδευση, με τα υφιστάμενα δεδομένα, γίνεται αποσπασματικά, χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική ή στόχευση και χωρίς όραμα. Η απουσία οράματος και πρόθεσης για στήριξη εστιάζεται σε δύο σημεία: α) την αποτυχία της επίσημης πλευράς να οργανώσει, να σχεδιάσει και να εισαγάγει ένα ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο ειδικά για τα Τ.Π.Ε. στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, και β) την παντελή απουσία στήριξης στο ανθρώπινο δυναμικό των σχολείων για συντονισμό των Τ.Π.Ε.
Είναι ξεκάθαρο πως το μάθημα της Τεχνολογίας που υποτίθεται θα έπρεπε να διδάσκεται μέσα από το μάθημα «Σχεδιασμός και Τεχνολογία» καθίσταται προβληματικό, μιας και στα περισσότερα σχολεία δεν υπάρχουν εργαστήρια πληροφορικής ή ο εξοπλισμός είναι πεπαλαιωμένος και σε αχρησία. Τα παιδιά δε, καλούνται να επιλύσουν δραστηριότητες προγραμματισμού και κώδικα, κυρίως με φύλλα εργασίας, χωρίς να έχουν κατακτήσει βασικές/στοιχειώδεις γνώσεις χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είναι σημαντικό να καταγραφεί η παραδοξότητα της εισαγωγής ενοτήτων πληροφορικής σε άλλα γνωστικά αντικείμενα, φορτώνοντάς τα ύλη, ενώ θα έπρεπε εδώ και χρόνια να γίνει η εισαγωγή του μαθήματος της Πληροφορικής ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο –με τη δημιουργία των επιβαλλόμενων υποδομών (εργαστήρια Ηλεκτρονικών Υπολογιστών), όπως συμβαίνει στα ενιαία ολοήμερα σχολεία– με τη διδασκαλία του μαθήματος από την Α’ τάξη. Φυσικά και εκεί το Αναλυτικό Πρόγραμμα που εφαρμόζεται κρίνεται απηρχαιωμένο και σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένο, μιας και πρόκειται για σύγγραμμα του 2006 και δεν συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα των Τ.Π.Ε. και η όλη του φιλοσοφία στηρίζεται στη διδασκαλία καθαρά τεχνικών γνώσεων. Συνεπώς, μαζί με την επιβαλλόμενη εισαγωγή μαθήματος Πληροφορικής, χρειάζεται η αναδόμηση ενός πλήρως αναθεωρημένου και επικαιροποιημένου Αναλυτικού Προγράμματος, με περιεχόμενο που να συμβαδίζει με τις νέες τάσεις στα Τ.Π.Ε. και τη σύγχρονη εποχή της τεχνολογίας. Για παράδειγμα δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να αγνοηθεί η έντονη συζήτηση, που δικαίως γίνεται, για την επιβαλλόμενη στροφή των Τ.Π.Ε. στον εγγραμματισμό στα Μέσα (medialiteracy), που πρόκειται για την ικανότητα αποκωδικοποίησης, αξιολόγησης, ανάλυσης και παραγωγής έντυπων και ηλεκτρονικών Μέσων. Η επιστημονική κοινότητα προτάσσει το γεγονός πως το ότι τα παιδιά αποκτούν τεχνικές δυνατότητες στη χρήση διαφόρων πληροφοριακών συστημάτων δεν συνεπάγεται ότι είναι και σε θέση να ασκούν κριτική ή να εξερευνούν νοήματα στο περιεχόμενο των Μέσων, να αναλύουν και να διαχειρίζονται ταυτότητες, αντικείμενο διακριτό της επικοινωνίας.
Στα δημοτικά η χρήση των υπολογιστών παρουσιάζει αυξητική τάση κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Με βάση τα πιο πρόσφατα σχετικά ευρήματα της Στατιστικής Υπηρεσίας, στη Δημοτική Εκπαίδευση το 2018 αναλογούσαν 14,1 υπολογιστές ανά 100 μαθητές, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με το 2001 όπου αναλογούσαν μόλις 1,3 υπολογιστές ανά 100 παιδιά. Με άλλα λόγια στα σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υπήρχαν το 2018 περίπου 8.000 υπολογιστές σε χρήση. Στον αριθμό αυτό δεν υπολογίζονται οι υπολογιστές που χρησιμοποιούνται στα γραφεία των εκπαιδευτικών ή των διευθύνσεων των σχολείων. Δυστυχώς, ο εξοπλισμός στα περισσότερα σχολεία σε σχέση με τους επιτραπέζιους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι απηρχαιωμένος. Πρόκειται για εξοπλισμό σχεδόν δεκαπέντε ετών, ο οποίος θα έπρεπε να βρίσκεται σε μουσεία ηλεκτρονικών υπολογιστών και όχι σε σχολικές αίθουσες.
Δεν υπάρχει βούληση από την επίσημη πλευρά
Παρά τη σημαντικότατη εξέλιξη της τεχνολογίας, την αναβάθμιση σε τεχνολογικό εξοπλισμό, τις αυξημένες απαιτήσεις του ΥΠΠΑΝ, των μαθητών και της κοινωνίας στην αξιοποίηση της τεχνολογίας και τις αυξημένες ανάγκες των εκπαιδευτικών για συμβουλευτική και τεχνική υποστήριξη, δεν υπάρχει η ανάλογη στήριξη από το ΥΠΠΑΝ στο ανθρώπινο δυναμικό των σχολείων. Ειδικότερα, παρά το γεγονός πως αποτελεί επιτακτική ανάγκη, δεν έχει γίνει θεσμοθέτηση του ρόλου του τοπικού συντονιστή Τ.Π.Ε., με παραχώρηση ωρών για διεκπεραίωση των καθηκόντων του. Ο ρόλος του συντονιστή της σχολικής μονάδας περιλαμβάνει γενικά και εκπαιδευτικά καθήκοντα καθώς και καθήκοντα τεχνικής στήριξης. Τα καθήκοντα που είναι επιφορτισμένος είναι ποικίλα και χρειάζονται πολλές εργατοώρες για να διεκπεραιωθούν (ενημέρωση βάσης δεδομένων, τακτικός έλεγχος περιουσίας, οργάνωση και διατήρηση εργαστηρίου πληροφορικής, επίλυση τεχνικών ζητημάτων, επικοινωνία με προμηθευτές, επικοινωνία με συμβούλους Τ.Π.Ε., μεντορικός ρόλος κ.ά.). Το έργο του γίνεται ακόμα πιο δύσκολο, αφού τα σχολεία έχουν πλέον εξοπλιστεί με συσκευές ελέγχου, ρομπότ εδάφους, tablet, εκτυπωτές, βιντεοπροβολείς και διαδραστικούς πίνακες. Αρκετά σχολεία ακόμα, διατηρούν ιστοσελίδες, προβάλλοντας το έργο και τις δράσεις που επιτελούνται σε αυτά. Παρατηρείται το εξωφρενικό φαινόμενο να πολλαπλασιάζονται οι υποχρεώσεις του, αλλά να συρρικνώνεται ο χρόνος που του παραχωρείται. Ο χρόνος αυτός, κρίνεται ως ελλιπής και ανεπαρκής, αλλά και δυσανάλογος του φόρτου εργασίας για την υλοποίηση των καθηκόντων που αναλαμβάνει. Είναι πρακτικά αδύνατο να ασκήσει τον καθοδηγητικό του ρόλο, ως μέντορας σε θέματα ενσωμάτωσης των Τ.Π.Ε., αν αναλογιστεί κανείς τα σοβαρά τεχνικά προβλήματα που παρατηρούνται, λόγω της συνεχούς χρήσης αλλά και της ηλικίας του εξοπλισμού. Την ίδια ώρα, στην Προδημοτική Εκπαίδευση δεν υπάρχει καν αναφορά σε αυτό.
Είναι έκδηλο, πως δεν υπάρχει βούληση από την επίσημη πλευρά για ουσιαστική υποστήριξη των Τ.Π.Ε. στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, εμποδίζοντας τη χρήση της Τεχνολογίας στα σχολεία και αδρανοποιώντας εξοπλισμούς εκατομμυρίων. Η επιδερμική προσέγγιση της επίσημης πλευράς ως προς τα Τ.Π.Ε. και η απουσία στρατηγικής, θα έχει με μαθηματική ακρίβεια την αδυναμία ενσωμάτωσης των Τ.Π.Ε. στην εκπαίδευση και την αχρήστευση του τεχνολογικού εξοπλισμού. Το κράτος όφειλε εδώ και χρόνια με αποφασιστικότητα να προχωρήσει στην εισαγωγή μαθήματος Πληροφορικής στο Δημοτικό, με το κατάλληλο περιεχόμενο. Την ίδια ώρα, οφείλει να θεσμοθετήσει τον θεσμό του συντονιστή των Τ.Π.Ε. και να του δώσει τον απαραίτητο χρόνο για να εκτελεί τα καθήκοντά του. Ενώ τα Τ.Π.Ε. θα έπρεπε να βρίσκονται πολύ ψηλά στις προτεραιότητες του Υπουργείου, παραδόξως περιορίζεται σε κενές και σποραδικές εξαγγελίες, υστερώντας στην ουσιαστική παροχή στήριξης ή ολικής θεώρησής τους. Αν το ΥΠΠΑΝ πραγματικά θέλει να προχωρήσει σε καινοτομίες στην Εκπαίδευση, εκσυγχρονίζοντάς την, οφείλει να στηρίξει έμπρακτα το κομμάτι της ενσωμάτωσης των Τ.Π.Ε., με γνώμονα πως οι διδακτικές προτάσεις, οι σύγχρονες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, αλλά και η σημερινή κοινωνία στηρίζονται στη χρήση της τεχνολογίας.
* Μέλος Δ.Σ. ΠΟΕΔ, Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ.