Ο εκφοβισμός αποτελεί μια γνωστή έννοια, η οποία αναφέρεται στη συστηματική σωματική και ψυχολογική κακοποίηση ή μείωση των πιο αδύναμων ατόμων σε μια ομάδα, με βασικά χαρακτηριστικά την ανισορροπία της δύναμης ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, και σκοπό την πρόκληση σωματικής ή και ψυχικής βλάβης προς το θύμα. Ο εκφοβισμός αποτελεί φαινόμενο που εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές ομάδες, όπως και σε διάφορα πλαίσια, όπως αυτό της εργασίας (Poweretal., 2013; VandeVliert, Einarsen, &Nielsen, 2013). Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο του εργασιακού εκφοβισμού έχει κερδίσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, οι οποίοι μελετούν τόσο τα αίτιά του όσο και τις συνέπειές του. Αναζητώντας τα αίτια που μπορούν να εξηγήσουν τέτοιες άδικες συμπεριφορές στο πλαίσιο της εργασίας, εντοπίζουμε πως ο εργασιακός εκφοβισμός αποτελεί ένα πολύ αιτιακό φαινόμενο, όπου τα προσωπικά χαρακτηριστικά των θυμάτων, στοιχεία στην προσωπικότητα των θυτών, η στάση των παρατηρητών, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον όπου το φαινόμενο αναπτύσσεται, αλληλοεπιδρούν και οδηγούν σε αυτό (Gross&Henle, 2013; Swearer, Martin, Brackett, &Palacios, 2017).
Ενδιαφέρον κρύβουν τα αποτελέσματα από πρόσφατες έρευνες οι οποίες δίνουν έμφαση στον εντοπισμό και στη σαφή αντίληψη των στοιχείων που διατηρούν «ζωντανό» το φαινόμενο του εργασιακού εκφοβισμού. Λαμβάνοντας υπόψη την πλούσια βιβλιογραφία γύρω από την κατανόηση της επίδρασης της προσωπικότητας των θυμάτων στην ανάπτυξη και διατήρηση του εκφοβισμού εναντίων τους, παρατηρούμε ότι τα θύματα μέσα από ενδοατομικούς μηχανισμούς, κατέχουν «ενεργό» ρόλο στην ανάπτυξη του φαινομένου, σημείο που σε καμία περίπτωση φυσικά, δεν ενοχοποιεί τα θύματα, αλλά αναγνωρίζει τα στοιχεία στις αντιδράσεις τους που διατηρούν αυτές τις άδικες συμπεριφορές εναντίων τους, ζωντανές και σταθερές. Συγκεκριμένα, τόσο η σιωπή των θυμάτων αλλά και των παρατηρητών του εκφοβισμού, φαίνεται να αποτελεί έναν μηχανισμό μέσα από τον οποίο οι θύτες ενισχύονται ώστε να συνεχίσουν, και με περισσότερη ένταση και συχνότητα να λειτουργούν εις βάρος των θυμάτων.
Γιατί όμως τα θύματα σιωπούν; Τι κάνει τους δέκτες του εκφοβισμού να διατηρούν παθητική στάση; Σύμφωνα με τον Chad T. Brinsfield (2020), Αναπληρωτή Καθηγητή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου St. Thomas, ένα άθροισμα παραγόντων οδηγεί τα θύματα σε αυτή τη σιωπή. Λόγω της χαμηλής εμπιστοσύνης που οι δέκτες του εκφοβισμού νιώθουν απέναντι στην πολιτική της εταιρείας σχετικά με τη σωστή διαχείριση των άδικων συμπεριφορών, λόγω του φόβου και της αδυναμίας που νιώθουν στην ιδέα να υποστηρίξουν τον εαυτό τους – μια αδυναμία που προκύπτει ως επακόλουθο της διαχρονικής εμπειρίας εκφοβισμού και τιμωρητικών πρακτικών εναντίων τους-, αλλά και λόγω της αμφισβήτησης στην οποία τα θύματα καταλήγουν, θεωρώντας λανθασμένα, τους εαυτούς τους ως τους μοναδικούς υπαίτιους για το φαινόμενο που έχει αναπτυχθεί, αλλά και της αξιολόγησης του εκφοβισμού που βιώνουν ως κάτι που τους «αξίζει» ή που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, καταλήγουν να «στριμώχνουν» μέσα τους αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα που βιώνουν και σιωπηλά να συνυπάρχουν με τα τραύματα που τους προκαλεί.
Ποιος είναι όμως ο λόγος που οι παρατηρητές αυτών των άδικων συμπεριφορών επίσης σιωπούν; Γιατί δεν υποστηρίζουν τα θύματα; Γιατί δεν επαναφέρουν τη δικαιοσύνη στο εργασιακό τους περιβάλλον; Η σιωπή των παρατηρητών επίσης αποτελεί μεταβλητή που βρίσκεται κάτω από την αξιολόγηση ερευνητών, με τα αποτελέσματα να υποστηρίζουν πως, οι θεατές σιωπούν λόγω του φόβου της ιδέας να βιώσουν κάτι αντίστοιχο, επειδή και οι ίδιοι όπως και τα θύματα μοιράζονται τη χαμηλή εμπιστοσύνη και ανασφάλεια προς την πολιτική της εταιρείας στην οποία εργάζονται, επειδή νιώθουν πιο «προστατευμένοι» να ανήκουν στην ομάδα των θεατών-υποστηρικτών του θύτη, παρά στην ευάλωτη ομάδα των θεατών-υποστηρικτών του θύματος (Brinsfield&Edwards, 2020΄Salin, Tenhiälä, Roberge, &Berdahl, 2014). Μέσα από αυτή την κατανόηση, η σιωπή των θυμάτων αποτελεί περισσότερο έναν προβλεπτικό παράγοντα και παράγοντα διατήρησης του εργασιακού εκφοβισμού, παρά το επακόλουθο του φαινομένου. Με άλλα λόγια, τα θύματα σιωπούν επειδή εκφοβίζονται… και όσο σιωπούν, τόσο πιο πιθανόν είναι να συνεχίσουν να εκφοβίζονται, με τη σιωπή να αντικατοπτρίζει ένα μηχανισμό μέσα από τον οποίο ο εργασιακός εκφοβισμός διαιωνίζεται και ενδυναμώνεται.
Φυσικά, ενώ η «σιωπή» μπορεί να τροφοδοτήσει και να ενισχύσει τον εκφοβισμό, το «σπάσιμο της σιωπής» έστω και από ένα άτομο στο περιβάλλον του εκφοβισμού, είναι ικανό ώστε να επιφέρει την αλλαγή (D’ Cruzetal., 2021).
* Εκπαιδευτική/σχολική ψυχολόγος, μέλος Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου