Σημαντικό βήμα στην εξουδετέρωση του αιτήματος των Κυπρίων για αυτοδιάθεση ήταν η πρόσκληση για την Τριμερή Συνάντηση του Λονδίνου το 1955. Η παραπλανητική αγγλική πρόσκληση, καλούσε την Ελλάδα και Τουρκία στο Λονδίνο, για να συζητήσουν μαζί με την Αγγλία: «…επί πολιτικών και αμυντικών ζητημάτων, που επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου».
Ενδεικτικόν της αγγλικής επιτηδειότητας είναι ότι, ενώ η πρόσκληση αφορούσε τη συζήτηση θεμάτων ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου, δεν προσκαλέστηκαν άλλες επηρεαζόμενες χώρες, π.χ. Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ. Ενδεικτικόν της Ελληνικής υποχωρητικότητας και σύμπλευσης με τον ισχυρό είναι ότι, η Ελλάδα δέχθηκε να παραστεί χωρίς καμιά δήλωση ή προϋπόθεση για να προστατεύσει, όχι μόνο τα δικαιώματα των Ελλήνων Κυπρίων, αλλά και τα συμφέροντα της ίδιας της Ελλάδος.
Η αποδοχή της πρόσκλησης από την Ελλάδα, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Μακαρίου, ήταν ένα τραγικό λάθος της ελληνικής διπλωματίας. Ο Άγγλος πρωθυπουργός, Anthony Eden, στα απομνημονεύματά του αποδίδει τα εξής στον Μακάριο: «Πιστεύουμε ακραδάντως ότι η σύγκληση μιας διασκέψεως αποτελεί παγίδα και είναι μέσο αναβολής με σκοπό την υπονόμευση της ελληνικής προσφυγής εις τα Ηνωμένα Έθνη και ακόμη με σκοπό να περιπλακούν τα πράγματα σε τέτοιο σημείο που να καθίσταται δύσκολη οποιαδήποτε διευθέτηση».
Η Τουρκία, η οποία με τη Συνθήκη της Λωζάνης, είχε αποποιηθεί των δικαιωμάτων της στην Κύπρο, έμπαινε από την πίσω πόρτα σαν ενδιαφερόμενο μέρος στη λύση του Κυπριακού. Ακόμα και για τους Άγγλους, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο τότε Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών Harold Macmillan, ήταν τεράστια έκπληξη, η ευκολία με την οποία η Ελλάδα δέχθηκε την πρόσκληση, χωρίς οποιεσδήποτε επιφυλάξεις ή εξαιρέσεις.
Οι εργασίες της Τριμερούς άρχισαν στο Lancaster House στο Λονδίνο, στις 29 Αυγούστου, 1955. Τραγικό απότοκο της Τριμερούς ήταν ότι, η Τουρκία, με τη συναίνεση της Ελλάδας, απέκτησε ρόλο και λόγο στο Κυπριακό. Ο Fatin Zorlu, ΥΠ.ΕΞ. της Τουρκίας, πέρα από κάθε λογική και νομική τεκμηρίωση, επικαλούμενος τη Συνθήκη της Λωζάνης, υποστήριξε ότι: Από την στιγμή που η Αγγλία αποποιηθεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην Κύπρο, αυτά πρέπει να επιστρέψουν στην Τουρκία η οποία τα είχε πριν την υπογραφή της συνθήκης. Άρα το Κυπριακό δεν ήταν ένα πρόβλημα μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας ή Κύπρου και Αγγλίας, αλλά Τουρκίας και Αγγλίας. Πέραν αυτού, έθετε το ζήτημα της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων, αλλά και της ιδίας της Τουρκίας λόγω της γεωστρατηγικής σημασίας της Κύπρου.
Όπως πολύ αργότερα μας αποκάλυψε ο ΥΠ.ΕΞ. της Τουρκίας, Ahmet Davutoglu, και ένας Τουρκοκύπριος να μην υπήρχε στην Κύπρο έπρεπε να τον ανακαλύψουν. Η Κύπρος, σε ελληνικά χέρια, θα έκλεινε τον ελληνικό βρόγχο γύρω από την Τουρκία αποκόπτοντάς την από την πρόσβαση στην ελεύθερη θάλασσα και περικυκλώνοντάς την από ελληνικό στρατό.
Η διάσκεψη έληξε άδοξα, με τους Άγγλους επικαλούμενοι τις συμβατικές τους υποχρεώσεις στην περιοχή να αδυνατούν να δώσουν αυτοδιάθεση και να προτείνουν ένα σχέδιο αυτοδιοίκησης, την Ελλάδα να συμμερίζεται τις αγγλικές προτάσεις και την Τουρκία να είναι ανένδοτη και να επιμένει στη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας έως έχει. Τραγικός επίλογος ήταν το πογκρόμ κατά των Ελλήνων τον Σεπτέμβριο του 1955 σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, για να δικαιολογήσει η Τουρκία το λαϊκό έρεισμα στα δικαιώματά της στην Κύπρο.
Η ρεαλιστική προσέγγιση της τριμερούς: Μετά τον Β’ ΠΠ, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ένιωθαν ότι χρωστούσαν την εξουσία τους στους Άγγλους. Tόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά αλλά και στρατιωτικά η Ελλάς ήταν εξαρτώμενη της Αγγλίας και των ΗΠΑ. O Γεώργιος Παπανδρέου, το 1950 δήλωνε: «Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι’ αυτό δεν ημπορεί να πάθει ασφυξίαν λόγω του Κυπριακού».
Η Αγγλία, χρησιμοποιώντας της επιρροή της πάνω στην κυβέρνηση της Ελλάδας, την ξεγέλασε/ υποχρέωσε, να συμμετάσχει στην Τριμερή με πρωταρχικό σκοπό να εμπλέξει την Τουρκία στο Κυπριακό ώστε, να στρέψει την Ελλάδα εναντίον της Τουρκίας και κατά επέκταση τους Ελληνοκύπριους εναντίων των Τουρκοκυπρίων.
Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την παρουσία της στο νησί, έως ο μόνος σταθεροποιητικός παράγοντας, ο οποίος θα αποσιωπούσε τη σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας. Μία σύγκρουση που θα έθετε σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη σε μια τόσο εύθραυστη περιοχή του κόσμου, και σε κίνδυνο τη συνοχή της νότιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, το μαξιλαράκι προστασίας της Δύσης στην επέλαση του κομμουνισμού.
Οι στόχοι των Βρετανών
Επιμέρους στόχοι των Βρετανών ήταν: α) Να προλάβουν τη διεθνοποίηση του προβλήματος με μια νέα προσφυγή στον ΟΗΕ, β) να κρατήσουν τις πρωτοβουλίες εξεύρεσης λύσης στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, γ) να χρησιμοποιήσουν την επιρροή της ελληνικής κυβέρνησης για να κάμψουν το ηθικό και την αγωνιστικότητα των Ελλήνων Κυπρίων, δ) να παρακάμψουν τον Μακάριο, ε) να εκτρέψουν το θέμα από τη διεθνή του διάσταση, σαν δικαίωμα αυτοδιάθεσης ενός υπόδουλου λαού, και να το μετατρέψουν σε μία ελληνοτουρκική διένεξη.
*Μέλος Εκτελεστικού Γραφείου ΔΗ.ΚΟ.www.sivitanidis.com