ΟΙ ανησυχητικές διαστάσεις που λαμβάνει ο σχολικός εκφοβισμός, το γνωστό μπούλινγκ, οδηγούν σε ένα έντονο προβληματισμό και σε αναζήτηση λύσεων, που θα είναι μακράς πνοής αλλά και να προσφέρουν το συντομότερο δυνατό αποτελέσματα. Μετά τα τελευταία γεγονότα, περιστατικά, έχουν ενταθεί οι συζητήσεις και οι προσπάθειες για αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού και μάλιστα με δρομολόγηση μέτρων άμεσης εφαρμογής. Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις συζητήσεις, που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Κοινοβούλιο. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ήδη ενώπιον της Επιτροπής Νομικών της Βουλής βρίσκονται δύο προτάσεις νόμου, οι οποίες αφορούν στην ποινικοποίηση του εκφοβισμού (μία της προέδρου του Σώματος, Αννίτας Δημητρίου και μία του βουλευτή του ΑΚΕΛ, Ανδρέα Πασιουρτίδη), οι οποίες μετά την τελευταία συνεδρία της Επιτροπής αποφασίστηκε όπως ενοποιηθούν λαμβάνοντας υπόψη διάφορες ανησυχίες και προβληματισμούς, οι οποίοι είχαν διατυπωθεί από διάφορα μέρη.
ΥΠΑΡΧΕΙ το ευρύτερο θέμα του εκφοβισμού και το ειδικότερο, που αφορά τα σχολεία, που κατά την άποψή μας θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα. Τα φαινόμενα αυτά απασχολούν, ασφαλώς, τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι πολλές φορές γίνονται μάρτυρες και είναι και οι πρώτοι, που καλούνται να διαχειριστούν τέτοια περιστατικά, τέτοιες κρίσεις εντός του σχολικού χώρου. Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις έχουν προτάσεις, ιδέες, που έχουν καταθέσει στο υπουργείο Παιδείας. Εγείρουν, μεταξύ άλλων, το θέμα της άμεσης πλήρωσης των 30 θέσεων των εκπαιδευτικών ψυχολόγων στα σχολεία, αλλά και την τοποθέτηση των φρουρών ασφαλείας και στις εισόδους των Γυμνασίων, όπως συμβαίνει σε Λύκεια και Τεχνικές Σχολές.
ΤΗΝ ίδια ώρα, όπως πολλές φορές έχουμε αναφέρει ακόμη και πρόσφατα, είναι πως δεν θα πρέπει να υποβαθμίζονται αυτά τα φαινόμενα, τα οποία -ειρήσθω εν παρόδω- δεν πρέπει να θεωρούνται μεμονωμένα καθώς είναι συχνά. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία παρουσιάστηκε από τον δρα Κώστα Φάντη, αναπληρωτή καθηγητή Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, ένας στους τέσσερις μαθητές δήλωσε ότι είναι θύμα εκφοβισμού, ενώ ένας στους δέκα δηλώνει θύτης. Ένα μικρότερο ποσοστό θυτών θυματοποιεί ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών, ενώ τα κορίτσια διαφαίνεται ότι έχουν μεγαλύτερο ρίσκο θυματοποίησης (26,6% έναντι 19,4% των αγοριών). Αυτό παρατηρείται και στον τομέα του διαδικτυακού εκφοβισμού.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ σε όλα αυτά είναι η συντονισμένη, μεθοδική δράση, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην επιστήμη. Η παρουσία συμβουλευτικών μονάδων, που θα στελεχώνουν ειδικοί, θα μπορούσαν να λειτουργούν σε όλες τις πόλεις, ει δυνατόν σε όλα τα μεγάλα σχολεία, καλύπτοντας και άλλα μικρότερα.