Πόσο υπερβολικό, άραγε, θα ακουγόταν αν ισχυριζόταν κανείς ότι ο Πολιτισμός στην Κύπρο βρίσκεται πιο κοντά στο 1955, όταν ο «Φιλελεύθερος» κυκλοφορούσε το πρώτο του φύλλο, παρά στις επιταγές του 2020; Πολύ; Μπορούμε να το συζητήσουμε. Να μην ανοίξουμε φυσικά το ανεξάντλητο ζήτημα του πολιτισμού της καθημερινότητας, άμεσα συνδεδεμένου με τον πολύπαθο τομέα που αναζητεί ακόμη την Ιθάκη της θεσμικής του αυτάρκειας. Ο πολιτισμός είναι βασικό και υπερπολύτιμο αγαθό που ελλείψει πολιτικής βούλησης και εξαιτίας μιας καθεστηκυίας νοοτροπίας που ανάγεται στην εποχή της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως φτωχός συγγενής.
 
Σε μια εποχή που στην Ευρώπη αναπτύσσονται μοντέλα αξιοποίησης του πολιτισμού μέσω βιώσιμων αναπτυξιακών προγραμμάτων και παραγωγικής διασύνδεσης με τις δημιουργικές βιομηχανίες, την οικονομία και την ευρύτερη κοινωνία, εμείς εξακολουθούμε να κοσκινίζουμε τα στοιχειώδη και αυτονόητα σε σχέση με την πολιτική του αυτονόμηση. Σε μια εποχή που η διεθνής πρακτική εξελίσσει εργαλεία για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης μετάβασης στις ψηφιακές τεχνολογίες και την προσαρμογή στην κοινωνική ποικιλομορφία του τομέα της πολιτιστικής πολιτικής, εμείς πετάμε αετό.
 
Φαίνεται ότι η λέξη που εισήγαγε ο Αδαμάντιος Κοραής παντρεύοντας τις έννοιες της αστικοποίησης και της κουλτούρας προκαλεί πλήρη σύγχυση στους «δυσλεκτικούς» Κύπριους ταγούς. Ίσως είναι κι αυτό μια εξήγηση για την πλήρη απαξίωση που γνωρίζει στα λημέρια μας η θεμελιώδης αυτή κρηπίδα που ρυθμίζει την πρόοδο. Στην Κύπρο, εν προκειμένω, παρατηρούμε το φαινόμενο όλος ο χώρος από την πολιτική στην οικονομική ελίτ να έχει καταληφθεί από ανθρώπους που έχουν μαύρα μεσάνυχτα σε ό,τι έχει να κάνει με τον πολιτισμό. Μιλάμε για ανθρώπους που κατέλαβαν τα πιο νευραλγικά πόστα στη χάραξη, την εκτέλεση και τον έλεγχο της πολιτικής. Αρχής γενομένης, φυσικά, από την εκάστοτε Κυβέρνηση και την εκάστοτε νομοθετική εξουσία.
 
Υπάρχει η αίσθηση ότι ολόκληρο το οικοδόμημα του Πολιτισμού στηρίζεται στην καλή διάθεση και την εμμονή ορισμένων ρομαντικών κορόιδων, στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στο έλεος της Θεάς Τύχης. Και η αλήθεια είναι ότι συχνά οι άνθρωποι- κλειδιά που παίρνουν τις αποφάσεις δίνουν την εντύπωση ότι υπονομεύουν κιόλας αντί να υποβοηθούν τα πράγματα.
 
Από το 1965 που «για λόγους εθνικού συμφέροντος και με βάση το δίκαιο της ανάγκης» ιδρύθηκε το Υπουργείο Παιδείας παίρνοντας τη θέση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, μέχρι το 1993 που η Κλαίρη Αγγελίδου κόλλησε «την ουρά στον γάιδαρο» προσθέτοντας το «και Πολιτισμού» και μέχρι το 2019 που αποφασίστηκε να μετονομαστεί σε Υπερυπουργείο- σιδηρόδρομο ελάχιστα έχουν αλλάξει από πλευράς νοοτροπίας. Ο τομέας συνεχίζει διοικητικά να φυτοζωεί στη σκιά της μεγάλης του αδερφής και αρκείται να βολοδέρνει από υποσχέσεις σε υποσχέσεις κι από αερολογίες σε αερολογίες, παραμένοντας επί της ουσίας μια επιφανειακή μετεξέλιξη της πάλαι ποτέ Μορφωτικής Υπηρεσίας. Η Ιστορία έδειξε ότι ο Πολιτισμός έμελλε να μείνει κάτω από τη βαριά σκιά της απαιτητικής σιαμαίας αδερφής του, της Παιδείας. Και μάλιστα πλέον απέκτησε κι άλλα «αδερφάκια», τον Αθλητισμό και τη Νεολαία γεγονός που δημιουργεί ένα ακόμη πιο ασφυκτικό θεσμικά περιβάλλον για την ανάπτυξή του.
 
Προσωπικά, με την ιδιότητα του πολιτιστικού συντάκτη, ο Πρόδρομος Προδρόμου που παρέλαβε μόλις τα ηνία είναι ο ένατος (9ος) υπουργός που βλέπω να δρασκελίζει το κατώφλι του κτηρίου μεταξύ των οδών Κίμωνος και Αρσινόης και ουδεμία ψευδαίσθηση έχω για τις προτεραιότητές του. Για να είμαι ειλικρινής, ίσως κι εγώ στη θέση του (μακριά από εμάς) τις ίδιες να είχα, μπροστά στην πρόκληση να πιάσω από τα κέρατα τον υδροκέφαλο Λεβιάθαν της Παιδείας. Είναι ενδεικτικό ότι ο προϋπολογισμός του Πολιτισμού κυμαίνεται γύρω στο 2% του συνολικού προϋπολογισμού του ΥΠΠΑΝ, ενώ η πολιτιστική διακυβέρνηση μοιάζει με παραπεταμένη ξεφούσκωτη σαμπρέλα. Είναι συνεπώς αναπόφευκτο για τον εκάστοτε υπουργό να υποχρεώνεται σε μπαλωματικές ή βεβιασμένες λύσεις για να κρατηθούν τα προσχήματα σε σχέση με την πολιτιστική δραστηριότητα. Η μασχάλη χωράει μόνο ένα καρπούζι.
 
Είναι περίπου δύο χρόνια τώρα που οι διεργασίες για τη δημιουργία Υφυπουργείου Πολιτισμού προχωρούν με ρυθμούς χελώνας κι έχουν περάσει άλλα επτά σχεδόν από τη σχετική εξαγγελία και «δέσμευση» της Κυβέρνησης. Θα πει κανείς ότι το σημαντικό εδώ που φτάσαμε -και μετά από μια εξηκονταετή αναμονή- είναι η κρίσιμη και ιστορική αυτή μετάβαση να γίνει σωστά και μεθοδικά, όμως αυτή η παροιμιώδης κωλυσιεργία φοβάμαι ότι προδίδει πολλά, σε σχέση με τις πραγματικές προθέσεις. Διότι χωρίς την απαραίτητη βούληση, ακόμη και η πολυθρύλητη ίδρυση του Υφυπουργείου θα αποδειχτεί γράμμα κενό.
 
Την ίδια στιγμή στο κεφάλαιο υποδομές, ο πολιτισμός τραβάει την ανηφόρα με το χειρόφρενο σηκωμένο. Ακόμη και τα πιο σημαντικά που τελικά καταφέραμε να τα απολαύσουμε όπως το κτήριο του κρατικού θεάτρου και η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου ανήκουν στην κατηγορία αυτών που στην Κύπρο τα οραματίζεται ο παππούς και τα εγκαινιάζει ο εγγονός. Την ίδια στιγμή, έργα μείζονος σημασίας όπως το νέο Κυπριακό Μουσείο και η νέα Κυπριακή Βιβλιοθήκη ωριμάζουν σαν σκωτσέζικο ουίσκι…  
 
Η πολιτιστική δράση, με επίκεντρο τη Λευκωσία, κάθε άλλο παρά μπορεί να πει κανείς ότι είναι υποτονική. Υπάρχει μια δυναμική που προδίδει τη δίψα του κόσμου για πνευματικές περιπέτειες. Κι εννοώ του δημιουργικού κόσμου, αλλά και του κοινού. Αυτό όμως δεν είναι λόγος εφησυχασμού, αλλά εγρήγορσης. Οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες του πολιτισμού έχουν κι αυτοί τις δικές τους επιθυμίες και φιλοδοξίες, όπως και τις δικές τους επαγγελματικές βλέψεις και το ζήτημα είναι ότι υπάρχει ανάγκη της πολιτικής ισχυροποίησης ακριβώς για να επιτευχθεί η πολυπόθητη λειτουργική θεσμική θωράκιση.
 
Στη νέα εποχή που –δεν μπορεί- αργά ή γρήγορα θα ανατείλει είναι απαραίτητο τα καλλιτεχνικής φύσης επιχειρηματικά πλάνα να συναντήσουν τους εταίρους του χώρου και δώσουν την ηρωική ώθηση για να περισωθεί το ναυάγιο του πολιτισμού. Για να περάσουμε από την εποχή που υπολογίζαμε το δίκαιο της ανάγκης στην εποχή που μετρά η ανάγκη του δικαίου.