Εκπαίδευση… ο τομέας που ιδιαίτερα τα τελευταία δύο χρόνια απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη με αφορμή την πρωτοφανή κρίση που ξέσπασε από την πρόθεση της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε εξορθολογισμό της. Όμως, πρόκειται για έναν τομέα που διαχρονικά, λόγω της μεγάλης και καθοριστικής του σημασίας, βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Είτε διότι αποτελεί πεδίο για την εκάστοτε Κυβέρνηση που αναλαμβάνει τα ηνία του τόπου, να καταρτίζει σχέδια μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, είτε γιατί κουβαλά προβλήματα, κενά και παραλείψεις από χρόνο σε χρόνο και από γενιά σε γενιά μαθητών, είτε ακόμα γιατί δεν έχει ξεκαθαρίσει τι είναι το καλύτερο και πιο αποδοτικό: Κεντρικές οδηγίες και αυστηρά πλαίσια ή αυτονομία στις σχολικές μονάδες ώστε να διαχειρίζονται αναλόγως τα δικά τους δεδομένα.

Κοιτάζοντας σε λεξικά τι αναφέρεται δίπλα από τον όρο «Εκπαίδευση», μεταξύ άλλων θα δεις: «Η ανάπτυξη των σωματικών, διανοητικών και ηθικών δυνάμεων του παιδιού, η ανατροφή», «η μόρφωση που αποκτάται με τη διδασκαλία, η παιδεία», «καθένα από τα στάδια της μόρφωσης που παρέχεται στο σχολείο». Άραγε, όλα αυτά και τα τόσα άλλα που περικλείει ο όρος, ανταποκρίνονται στα δική μας περίπτωση; Άραγε, επιλύονται ουσιαστικά ζητήματα που αποδεδειγμένα φαίνεται να επιφέρουν αρνητικά; Και ποιες είναι ενδεχομένως οι παθογένειες του δικού μας εκπαιδευτικού συστήματος;
Κάνοντας μία αναδρομή στα της Παιδείας, από τα χρόνια που εμείς ήμασταν μαθητές έως και σήμερα, διαπιστώνουμε ότι παρά τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις, την αλλαγή εποχών και δεδομένων αλλά και των προσπαθειών που καταβάλλονται από κάθε Κυβέρνηση που αναλαμβάνει την εξουσία κι επιθυμεί να εφαρμόσει τις δικές της πολιτικές, κάποια προβλήματα και κενά παραμένουν διαχρονικά. Πιο κάτω, θα ασχοληθούμε με τρία από αυτά που πιστεύουμε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο πως φτάσαμε σήμερα εδώ.

1. Το ανθρώπινο δυναμικό της Εκπαίδευσης και η αξιολόγησή του: Μπορεί η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και του εκπαιδευτικού έργου να αποτελεί ένα ζήτημα που εδώ και δεκαετίες απασχολεί, με κορύφωση την περίοδο που διανύουμε τώρα (καθώς έχει ετοιμαστεί συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο βρίσκεται στο τραπέζι του διαλόγου), ωστόσο, επί της ουσίας δεν το έχει κανείς αγγίξει. Για παράδειγμα, όλα αυτά τα χρόνια, το σύστημα δεν είχε έγνοια πώς να βελτιώσει τους εκπαιδευτικούς, ιδιαίτερα αυτούς που θεωρούσε μέτριους αλλά σίγουρα επαρκείς. Κι αφού αυτή ήταν η πραγματικότητα, μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί τι γινόταν με τους ανεπαρκείς εκπαιδευτικούς. Όσο μικρός κι αν ήταν/είναι ο αριθμός τους, για πολλά χρόνια δεν λαμβάνονταν τα απαραίτητα μέτρα με αρνητικό αποτέλεσμα τόσο για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, όσο και για τους συναδέλφους τους, τους μαθητές και τις σχολικές μονάδες. Κι αυτό σε συνδυασμό με τη μονιμότητα, η οποία αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις (ιδιαίτερα στο παρελθόν) τροχοπέδη σε αποφάσεις και μέτρα. Η πρακτική που ακολουθείτο και σίγουρα ακόμα ακολουθείται είναι η μετακίνηση, κάτι που δεν επιλύει το πρόβλημα παρά μόνο το μετακυλύει παρακάτω. Ενώ υπήρχε το παράθυρο στη νομοθεσία για τα δύο χρόνια επί δοκιμασία εκπαιδευτικών, η γενική εικόνα καταδεικνύει ότι μόνιμοι ανεπαρκείς δεν βγαίνουν εύκολα εκτός συστήματος. Κι εδώ, ίσως θα ήταν καλό να εξεταστεί πάνω σε μια άλλη βάση το ζήτημα του Επιθεωρητή και πώς διασφαλίζεται αυστηρά επαγγελματικά η σχέση Επιθεωρητή – εκπαιδευτικού, δηλαδή συναδέλφων μεν, αλλά αξιολογητή και… εξεταζόμενου. Ταυτόχρονα, ο διορισμός στη δημόσια Εκπαίδευση περνάει μέσα από τις μακροσκελείς και χρονίζουσες λίστες (κατάλογοι διοριστέων), με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε προσόντα, ηλικίες και ετοιμότητα για διδακτικό έργο.

2. Βαθμοθηρικό σύστημα, πλασματικές βαθμολογίες και στραγγάλισμα της κριτικής σκέψης: Αυτό κι αν είναι διαχρονικό πρόβλημα και πληγή της Εκπαίδευσής μας. Αναμφίβολα, το εκπαιδευτικό σύστημα παρά το ότι αναγνωρίζει την υφιστάμενη κατάσταση και ότι αυτή χρήζει δραστικών αλλαγών, εντούτοις, αποδείχθηκε αδύναμο να την αντιμετωπίσει. Για πολλά χρόνια –κάτι που αντιστοιχεί σε γενιές μαθητών– το σχολικό πρόγραμμα «αναλωνόταν» αυστηρά και μόνο στα όσα το αναλυτικό πρόγραμμα όριζε, αφήνοντας στην άκρη δραστηριότητες, διάλογο, σεμινάρια ώστε οι μαθητές να αποκτούσαν εφόδια και δεξιότητες πέραν από τη γνώση. Να καλλιεργούσαν δηλαδή την ίδια την προσωπικότητά τους. Χτίστηκε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ευνοεί την παπαγαλία και την αποστήθιση σωρείας πληροφοριών και λεπτομεριών, αφήνοντας πίσω την ουσία και «σκοτώνοντας» την κριτική σκέψη. Ένα σύστημα που είχε στόχο τον βαθμό και για να επιτευχθεί αυτός, οδηγούσε τους μαθητές στην παραπαιδεία και στα απογευματινά φροντιστήρια. Εικόνα που εδώ και χρόνια φαίνεται κυρίως στο μάθημα των Νέων Ελληνικών στις Παγκύπριες Εξετάσεις. Εάν όμως κανείς εξετάσει προσεκτικά τα δεδομένα, θα διαπιστώσει την αντίφαση που υπάρχει: Από τη μία, η κριτική σκέψη να αγνοείται σε μεγάλο βαθμό κι από την άλλη, τα ποσοστά των μαθητών όλων των σχολείων που λαμβάνουν αριστεία, να θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλά. Μία πραγματικότητα που καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό τις πλασματικές βαθμολογίες που προκύπτουν ενδεχομένως κι από μη ενιαίες και ισότιμες αξιολογήσεις.

3. Κενά στην Συμβουλευτική Αγωγή και όλοι… στα Πανεπιστήμια: Ένα ακόμα προβληματικό σημείο, κυρίως των περασμένων χρόνων, στην Εκπαίδευσή μας ήταν η Συμβουλευτική Αγωγή που αφορούσε την πτυχή του Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Για πολλά χρόνια, σε αρκετά σχολεία επικρατούσε η άποψη των πολλών και διάφορων επιλογών όσον αφορά στα Πανεπιστήμια που θα επέλεγαν οι τελειόφοιτοι μαθητές για τις σπουδές τους. Το γεγονός δε ότι η Ελλάδα μάς παραχωρούσε μεγάλο αριθμό θέσεων σε όλα της τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, «φούντωνε» την τάση για συμπλήρωση όλων των επιλογών κάτι που οδηγούσε στην κατακόρυφη αύξηση των πιθανοτήτων για πρόσβαση κάπου, αλλά, παράλληλα, έπνιγε το ενδιαφέρον των παιδιών, άφηνε στην άκρη τα πραγματικά «θέλω» τους και την κλίση τους. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης που επικρατούσε είναι για δεκαετίες να στέλνουμε μεγάλο αριθμό φοιτητών σε Σχολές που όχι μόνο δεν επιθυμούσαν αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούσαν είτε σε διακοπή σπουδών, είτε στην ανεργία. Αυτό φυσικά σε συνδυασμό με τις αρνητικές αντιλήψεις που επικρατούσαν στην κοινωνία για το επίπεδο της Τεχνικής Εκπαίδευσης, όξυναν το πρόβλημα.