Τόσο η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και η πρόσφατη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την υπόθεση του Μαυρικίου, έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των σχέσεων Κύπρου – Βρετανίας. Οι αντιδράσεις που εκφράζονται κατά καιρούς για τη βρετανική πολιτική έναντι της Κύπρου είναι δικαιολογημένες, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν μια ολοκληρωμένη και καλά σχεδιασμένη πολιτική από την πλευρά μας, με γνώμονα πάντοτε την προώθηση του εθνικού συμφέροντος. Άλλωστε για να είναι επωφελείς οι συναλλαγές των μικρών κρατών με τις μεγάλες δυνάμεις χρειάζεται πολιτικός ορθολογισμός, με την έννοια του ότι στη πλάστιγγα οφελών-ζημιών που προκύπτουν από τις εναλλακτικές αποφάσεις και ενέργειες, πρέπει να επιχειρείται είτε να υφίσταται ισορροπία συμφερόντων, είτε τα κέρδη που προκύπτουν να είναι μεγαλύτερα από τις ζημιές.
Αναμφίβολα, το κεφάλαιο των σχέσεων Κύπρου – Βρετανίας περιέχει πολλές πτυχές και διαστάσεις και είναι αναγκαίο να εξεταστεί ολοκληρωμένα για χάραξη στρατηγικής. Περιληπτικά, όσον αφορά στον ρόλο της βρετανικής πολιτικής διαχρονικά έναντι της Κύπρου, θα λέγαμε ότι ήταν κάθε άλλο πάρα θετικός, στο πλαίσιο της εφαρμογής του δόγματος «διαίρει και βασίλευε», ούτως ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να μην μπορεί να έχει πραγματική ανεξαρτησία και να υιοθετήσει πολιτικές ενάντια στα συμφέροντα του Λονδίνου.
Καταρχάς, το 1974 η Βρετανία δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως, αρνήθηκε να παρεμποδίσει την τουρκική εισβολή, δεν προέβη σε ενέργειες για την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, ενώ υιοθέτησε μια στάση (φαινομενικά τουλάχιστον) ίσων αποστάσεων μεταξύ Κύπρου και Toυρκίας. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην προσπάθεια διάνοιξης της πορείας της Τουρκίας προς την Ε.Ε., ενώ η Άγκυρα δεν ανταποκρινόταν στις αναγκαίες υποχρεώσεις μιας υποψήφιας για ένταξη χώρα.
Εντούτοις, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η Κύπρος έχει συμφέροντα με τη Βρετανία, η οποία παραμένει μια υπολογίσιμη δύναμη στο διεθνές σκηνικό. Χιλιάδες Κύπριοι ζουν, σπουδάζουν και εργάζονται στη Βρετανία και πολλοί Βρετανοί ζουν, δουλεύουν και ταξιδεύουν στο νησί μας, ενώ ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί ένα πολυσχιδές πλέγμα οικονομικών και εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Σημειώνεται ακόμη ότι μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., η Κύπρος αναμένεται ότι θα αποκτήσει περαιτέρω σημασία για το Λονδίνο, ως κράτος -μέλος της Ε.Ε, την ώρα που αυτή θα βρίσκεται εκτός, γεγονός που δημιουργεί δυνατότητες για τη δημιουργία μιας πιο ισορροπημένης σχέσης. Χαρακτηριστικές μάλιστα ήταν οι δηλώσεις του απερχόμενου ύπατου αρμοστή της Βρετανίας στην Κύπρο, Μάθιου Κιντ, ο οποίος είχε δηλώσει: «Έτσι τόσο για τους άμεσους διμερείς λόγους, όσο και επειδή η Κύπρος πιστεύουμε ότι θα είναι ένα κράτος μέλος της ΕΕ που θα υποστηρίζει το είδος της ΕΕ που θέλουμε –ως τον στενότερο γείτονα και τον μεγαλύτερο εμπορικό μας εταίρο μετά το Brexit– όλα αυτά θα καταστήσουν την οικονομική και εμπορική σχέση μεταξύ των δύο χωρών εξίσου σημαντική, αν και σε διαφορετική βάση στο μέλλον από ό,τι τώρα».
Ασυμμετρία σχέσεων Κύπρου – Βρετανίας
Η περίπτωση της ανάπτυξης των σχέσεων Κύπρου – Βρετανίας φέρνει στο προσκήνιο και το ζήτημα της συμμετρίας – ασυμμετρίας των σχέσεων μεταξύ ισχυρών και πιο αδύνατων κρατών, ένα από τα κορυφαία ζητήματα της στρατηγικής ανάλυσης. Σε ένα διεθνές σύστημα, το οποίο αποτελείται από κράτη διαφορετικού μεγέθους και ισχύος, τα πιο ανίσχυρα κράτη βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα, προκειμένου να πετύχουν συμμετρικές και επωφελείς σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις και να δημιουργήσουν με αυτές μια ισορροπία κόστους-οφέλους.
Όσον αφορά στην περίπτωση των σχέσεων Κύπρου – Βρετανίας, βλέπουμε ότι το Λονδίνο επιχειρώντας να αποτρέψει την αποαποικιοποίηση πρώην αποικιών του, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος και διατηρώντας το αποικιακό κατάλοιπο των Βάσεων στην Κύπρο προσπαθεί να ασκεί επιρροή και να επωφελείται από τα πλεονεκτήματα που του παρέχει η υφιστάμενη κατάσταση, στο πλαίσιο μιας διαμορφωθείσας ασύμμετρης σχέσης.
Επομένως, χρειάζεται η Κυπριακή Δημοκρατία, αξιοποιώντας και τη νέα κατάσταση που δημιουργείται με το Brexit, να προβεί σε μια σειρά καλά μελετημένων, ορθολογικών, διπλωματικών ενεργειών, αφού προχωρήσει πρώτα σε αξιολόγηση του πλέγματος των σχέσεων και των συμφερόντων των δύο χωρών, προκειμένου να δημιουργηθεί μια πιο συμμετρική και συμφέρουσα σχέση.