Η εκλογική διαδικασία στην Τουρκία, οσονούπω ολοκληρώνεται και τα προσδοκώμενα -και στον Ελληνισμό- από τις πρώτες ημέρες του περασμένου Φεβρουαρίου, απέχουν παρασάγγας από τα πραγματικά αποτελέσματα αυτής.
Όλοι, εκόντες άκοντες, συμφώνησαν ότι το σημαντικότερο αποτέλεσμα της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου στην Τουρκία ήταν η περαιτέρω ενίσχυση του εθνικιστικού στοιχείου, που σημειωτέον επηρέασε συμπολίτευση κι αντιπολίτευση, και η σε πείσμα των εκτιμήσεων οικονομετρικής μορφής, κατίσχυση της εθνικιστικής ρητορικής , η οποία και τελικά έφθασε στο να αναδείξει τον νικητή.
Ασχέτως δε, των μετεκλογικών ενεργειών της νέας ελληνικής κυβέρνησης στην κατεύθυνση της αναζήτησης πεδίου συζήτησης, εάν αυτή η εθνικιστική στροφή της τουρκικής κοινωνίας αγνοηθεί, δυστυχώς δεν θα οδηγήσει απλά σε λάθος γραμμή εκκίνησης των επαφών, αλλά σε μια νέα δυστοπική σχέση με τον προβληματικό γείτονα.
Στην Ελλάδα, η εκλογική αναμέτρηση, στο επίπεδο των εκτιμήσεων, του τι πραγματικά σήμανε για τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία εν γένει, το εκλογικό αποτέλεσμα, έφερε στην επιφάνεια μια παράμετρο η οποία διακήρυξε και ανέδειξε, το ούτως καλούμενο «τέλος του εθνομηδενισμού» ή τουλάχιστον την υποχώρηση του, ως ρεύμα στο εσωτερικό πολιτικών δυνάμεων (και αναλίσκεται ανούσια σε αυτή την επιχειρηματολογία).
Θα μπορούσε κανείς, υπό προϋποθέσεις –και με «αστερίσκους»- να συμφωνήσει, στο βαθμό που το κόμμα της αντιπολίτευσης -κυβερνών επί τετραετία τουλάχιστον- είδε τα ποσοστά του να μειώνονται δραματικά, απειλώντας τα με ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση.
Το κατά πόσον αυτή η συρρίκνωση αυτή, όντως θα σημειωθεί, λίγο ενδιαφέρει αυτό το κείμενο, καθόσον δεν απαντά στο ζητούμενο, που είναι το εάν ο «εθνομηδενισμός» ως ιδεολογικό ρεύμα και ως εφαρμοσμένη πολιτική, αποδήμησε εις «τόπον χλοερόν».
Και τούτο διότι, ο «εθνομηδενισμός» κατά πρώτον, δεν εξαντλήθηκε σε έναν και μόνο πολιτικό-κομματικό σχηματισμό, αλλά ως ιδεολογικό ρεύμα (με καταβολές από την αλλοδαπή) εξακολουθεί να διατρέχει κι άλλες πολιτικές συνιστώσες, που μάλλιστα ενίσχυσαν στελεχιακά κι όχι μόνο, την μέχρι σήμερα αξιωματική αντιπολίτευση.
Είναι γεγονός άνευ αμφιβολίας, πως η μαζική «έξοδος» στελεχών και ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ και η πύκνωση των τάξεων του ΣΥΡΙΖΑ με αυτούς, δεν έγινε μόνο από τα θύματα των οικονομικών δεδομένων μιας ολόκληρης εποχής, αλλά και δια μέσου της λεγόμενης «εκσυγχρονιστικής» μερίδα των στελεχών του πάλαι ποτέ κραταιού κόμματος του διπολισμού, του ΠΑΣΟΚ.
Ο «εθνομηδενισμός» υπήρξε δομικό στοιχείο της ιδεολογικής «συγκρότησης» αυτών των ατόμων. Φευ, εξηύρε εύφορο έδαφος και στον πολιτικό αντίποδα του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή την κεντροδεξιά πολιτική παράταξη.
Πέραν δε του γεγονότος πως ο εθνομηδενισμός, εν υπνώσει έστω, παραμένει και στις δομές και άλλων, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ κομμάτων, άρα θεωρητικά έστω, δύναται να επανακάμψει δριμύτερος, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται πως ως ιδεολογικό ρεύμα δεν εξαντλείται στην πολιτική του έκφραση μέσω κομματικών στελεχών-παραγόντων, αλλά -το πλέον σημαντικό και ταυτόχρονα άκρως επικίνδυνο- έχει δυστυχώς εγγραφεί , έως επικρατήσει, στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.
Η Εκπαίδευση, από την χαμηλότερη, ως την υψηλότερη βαθμίδα της, μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, στα πεδία των καλούμενων ανθρωπιστικών επιστημών (κεφαλαιώδους σημασίας η διδασκόμενη Ιστορία), δεν αλλάζει απλά την ίδια την υπόσταση των πληροφοριών -και των συνοδευτικών ιστορικών δεδομένων- αλλά και τον τρόπο σκέψης καθ’ ολοκληρίαν γενεών επί γενεών, μαθητών του Δημοτικού σήμερα, σπουδαστών των Α.Ε.Ι. μεθαύριο.
Το γεγονός αυτό, δεν είναι απλή νοητική άσκηση, δεν είναι υπόθεση εργασίας, είναι κάτι ακόμη και μαθηματικά επαληθεύσιμο.
Πέραν βέβαια όλων αυτών, που ακούγονται, αφηρημένα, όσο και η γενικευμένη διαπίστωση «κάτι πάει στραβά και πρέπει να αλλάξει», την Ελληνική -Ελλαδική και Κυπριακή- εξωτερική πολιτική, θα απασχολήσει όχι πλέον αφηρημένα και δυνητικά, η επόμενη ημέρα στην Τουρκία.
Είναι δεδομένο πως το αποτέλεσμα των νέων εκλογών της 25ης Ιουνίου, θα προσθέσει επιπλέον ψηφίδες και πληροφορίες επί του, προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η χώρα συνολικά.
Πέραν αυτού που λογικό είναι να ακούγεται ως γενικολογία, η εξωτερική πολιτική του Ελληνισμού, δεν θα κληθεί απλά να διαχειριστεί «τις επί θυρών εξωτερικές πιέσεις» (πραγματικές ή φαντασιακές), αλλά και να απαντήσει σε ερωτήματα που αγγίζουν τόσο το αν η τόσο απαραίτητη αμυντική ενδυνάμωση, θα συνεχιστεί ως απόφαση στρατηγικού κι όχι ψηφοθηρικού χαρακτήρα, όσο και το αν η ενεργειακή πολιτική της χώρας θα εξαντληθεί στη μετατροπή της σε απλό «κόμβο», και όχι σε αυτόνομο παραγωγικό γεωπολιτικό χώρο.
Ο αναπροσανατολισμός της ενεργειακής πολιτικής θα είχε άμεσες συνέπειες τόσο στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών όσο και στη μείωση -έστω οριακή- της εξάρτησης από τρίτους παράγοντες. Και φυσικά θα λειτουργούσε ως «ελκυστήρας» στην εξωτερική πολιτική της Κύπρου και της Ελλάδας, σε μια χρονική στιγμή, όπου το ζητούμενο είναι οι συγκλίσεις κι όχι οι «αποκλίσεις»
*Δρ. Διεθνών Σχέσεων.