Θέλουμε να στραφούμε σε θεσμικούς επενδυτές και μεγαθήρια τύπου Google ή θέλουμε να καλύπτουμε ολιγάρχες και να πουλούμε διαβατήρια σε απατεώνες;

Από εμάς εξαρτάται. Ενδεχομένως να μπορούμε να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε αυτό που γινόταν τα τελευταία χρόνια, για ακόμη λίγο καιρό. Να κλείνουμε τα μάτια όταν κάποιοι καλύπτουν ολιγάρχες στις λίστες κυρώσεων ή όταν πωλούν διαβατήρια σε δικτατορίσκους και διεθνείς απατεώνες ή ακόμα, όταν εξάγουν παράνομο λογισμικό παρακολουθήσεων.

Αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε ότι στο τέλος όλα αποκαλύπτονται. Και όταν έρθουν στο φως ονόματα και καταστάσεις, τη λυπητερή θα την μοιραστούμε όλοι και δεν θα πληρώσουν μόνο αυτοί που θησαύρισαν υπό την προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όσο και αν διάφοροι φορείς προσπαθούν να μας πείσουν ότι «δεν τρέχει τίποτα» με τις κυρώσεις, η ζημιά που έγινε είναι τεράστια και οι επιπτώσεις για την Κύπρο μας ως χώρας παροχής υπηρεσιών δυσανάλογα μεγάλες. Οι κανόνες για όσους μετέχουν στο διεθνές οικονομικό σύστημα είναι οι ίδιοι. Δεν υπάρχουν κυπριακές εξαιρέσεις.

Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να μετριάσουμε τις ζημιές και να προσπαθήσουμε να καθαρίσουμε το όνομα της Κύπρου. Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει πρώτα οι κυπριακές Αρχές να σταματήσουν να παίζουν κρυφτούλι και να επιταχύνουν τις διαδικασίες, τιμωρώντας όσους ευθύνονται για το διεθνή διασυρμό μας. Και αυτή τη φορά, δεν έχουμε περιθώριο να περιμένουμε μέχρι να ξεχαστεί το θέμα. Αυτή τη φορά δεν θα μας περιμένουν τρία χρόνια για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αποστέρησης του κυπριακού διαβατηρίου από τον περιβόητο Τζο Λόου.

Κανείς δεν θα περιμένει ούτε το Δικηγορικό Σύλλογο ή το Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών, ούτε τη νεόκοπη κυβέρνηση να κάνει αυτό που θα έπρεπε να είχε γίνει πριν πολλά χρόνια. Να ελεγχθούν οι εμπλεκόμενοι, να ληφθούν προληπτικά μέτρα και επιτέλους, να τιμωρηθούν όσοι παρανόμησαν, όσο ψηλά και αν βρίσκονται, σε όποιο κόμμα και αν ανήκουν.

Ουδόλως τυχαία η Κύπρος στα διεθνή φόρα αναφέρεται ως κεντρικό παράδειγμα σε πρακτικές ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.

Έχουμε πιάσει πάτο. Πιο σωστά, μας έχουν οδηγήσει στο πάτο, πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής και σημαντικοί παράγοντες της κυπριακής οικονομίας – ιδιαίτερα την περασμένη δεκαετία. Δεν μπορεί όμως (να συνεχίσουμε) να πληρώνουμε όλοι το λογαριασμό. Και δεν είναι ούτε δίκαιο, ούτε σωστό, να μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι επαγγελματίες δικηγόροι και λογιστές που επιχειρούν τίμια και δημιουργούν μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας με αυτούς που με ανάχωμα την κρατική μας υπόσταση, βγάζουν παράνομα εκατομμύρια στις πλάτες μας. Τέτοιες πρακτικές μπορεί να επιφέρουν κέρδη για λίγους και για λίγο καιρό, αλλά το όνομα της Κύπρου μπαίνει στα μαύρα κατάστιχα για πολύ καιρό.

Πλέον από εμάς εξαρτάται πως θα κινηθούμε από εδώ και πέρα. Τα καλά νέα είναι ότι η Κύπρος, για διάφορους λόγους, ανέκαθεν ήταν ένας φυσικός μαγνήτης για εταιρείες και επενδυτές.

Αντί λοιπόν να επιτρέπουμε σε κάποιους να κυνηγούν το πρόσκαιρο κέρδος για πάρτη τους, θα ήταν πιο ωφέλιμο να επενδύσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Σε ένα μοντέλο που στηρίζεται στην υγιή επιχειρηματικότητα, στην εργατικότητα, την υψηλή μόρφωση και τις εξαίρετες ικανότητες του Κύπριου επαγγελματία. Ώστε να μπορούμε να επιδιώξουμε αυτό που πέτυχε η Ιρλανδία – η έδρα της Google στην Ευρώπη. Εκεί όπου οι ξένες, παγκόσμιας εμβέλειας, εταιρείες εργοδοτούν 500 χιλιάδες Ιρλανδούς και έχουν κύκλο εργασιών πάνω από 600 δις. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι να λειτουργούν οι Θεσμοί, να υπάρχει σωστή εποπτεία και καθαρές και αδιάβλητες διαδικασίες.

Ευκαιρίες υπάρχουν. Η Κύπρος μπορεί να εξελιχθεί σε κέντρο τεχνολογίας και συναφών υπηρεσιών και όχι σε κέντρο παραγωγής παράνομου λογισμικού παρακολουθήσεων. Μπορεί να είναι περιφερειακό κέντρο για μεγάλα θεσμικά ταμεία και όχι καταφύγιο για διεθνείς απατεώνες και ύποπτους ολιγάρχες. Μπορεί να αποτελέσει διεθνές περιφερειακό εκπαιδευτικό κέντρο και όχι να επιτρέπει την ίδρυση αμφιβόλου ποιότητας ιδρυμάτων για ξέπλυμα χρήματος.

Από εμάς εξαρτάται. Αλλά πρώτα θα πρέπει να αποφασίσουμε, ποιο μοντέλο οικονομίας θέλουμε. Και φυσικά, αν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε αυτό που πρέπει για να το πετύχουμε.

* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge.