Ο πρώτος γύρος των εκλογών στην Τουρκία στις 14 Μαΐου κατέδειξε ότι ο Ταγίπ Ερντογάν είναι πολύ σκληρός για να θεωρείται ότι έχει ξοφλήσει. Τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι ο Ερντογάν και η Λαϊκή Συμμαχία, διαθέτουν ισχυρά λαϊκά ερείσματα, κυρίως στα φονταμελιστικά στοιχεία, τις συντηρητικές δυνάμεις, καθώς και την ακροδεξιά και τους εθνικιστικές. Η εξασφάλιση 326 εδρών στη Βουλή από τη Λαϊκή Συμμαχία προσφέρει την δυνατότητα αλλά και το εφαλτήριο να διατηρεί προβάδισμα στον β’ γύρο των προεδρικών εκλογών που διεξάγεται σήμερα.

Η Εθνική Συμμαχία υπό τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει συνθήκες και δεδομένα για την μεγάλη ανατροπή.  απολέσει τον έλεγχο στη Βουλή, γεγονός που αδυνατίζει την θέση τους και φυσιολογικά μειώνει τις πιθανότητες για μια νικηφόρα πορεία.  Εκ των πραγμάτων και  να καταφέρει να είναι νικητής των εκλογών θα βρίσκεται υπό την ομηρεία της Λαϊκής Συμμαχίας υπό τον Ερντογάν και δεν θα είναι σε θέση να κυβερνήσει ομαλά και φυσιολογικά.  Ούτε ασφαλώς θα μπορεί να προωθήσει οποιεσδήποτε αλλαγές στο Σύνταγμα που θα αφορούν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο  δημοκρατικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Φαίνεται κατ’ αρχή ότι ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου  Κιλιτσντάρογλου  και η Εθνική Συμμαχία δεν έχουν πείσει. Πρόκειται για ετερόκλητη συνεργασία που αποτελείται από ένα συνονθύλευμα κομμάτων με διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις και προσεγγίσεις. Πως μπορούν να συνυπάρχουν δυνάμεις από τη σοσιαλδημοκρατία, τους νεοφιλελεύθερους του ο Αλί Μπαμπατζάν, την ακροδεξιά της Ακσενέρ και το Κουρδικό Κίνημα, μόνο οι ίδιοι μπορούν να το εξηγήσουν. Το μόνο που τους ενώνει είναι η απαλλαγή από τον Ταγίπ Ερντογάν, που όμως δεν μπόρεσαν όλο αυτό το διάστημα να το εξηγήσουν και να το τεκμηριώσουν αρκούντως στον λαό.

Επί του εδάφους τώρα φαίνεται ότι δεν είναι διακριτές οι θέσεις και οι προτάσεις τους, το όραμα τους για την Τουρκία.  Αυτό που στην ουσία κυριαρχεί είναι η επιδίωξη της αστικής τάξης της Τουρκίας, Ισλαμικής και Κεμαλικής, να ισχυροποιήσει την θέση της και εδώ γίνεται ένας διαγωνισμός για την «γεωπολιτική αναβάθμιση» του τουρκικού κεφαλαίου την ίδια ώρα που ο τουρκικός λαός ματώνει καθημερινά, υποφέρει από τις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές.  Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας  ότι οι εκλογές διεξάγονται σε συνθήκες έντονων διεργασιών και ζυμώσεων, σε άμεση διασύνδεση με τους οξυμένους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς εντός και εκτός συνόρων.  Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης κύρια βρίσκεται ο ανταγωνισμός των δύο μονομάχων για το πως και ποιος μπορεί καλύτερα να υπηρετήσει τον στόχο για την γεωπολιτική και γεωστρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας και κυρίως του μεγάλου κεφαλαίου, στο πλαίσιο των συνθέσεων και σκληρών παζαριών που συντελούνται στην περιοχή και ευρύτερα σ’ άλλα απώτερα σημεία, της Μέσης και Εγγύς Ανατολής μέχρι και την Αφρικανική Ήπειρο.

Δεν είναι τυχαίο που  η Τουρκία έχει γίνει περιζήτητη νύμφη, τόσο από την Ανατολή, όσο και από την Δύση.  Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ στάζουν μέλια προκειμένου να διατηρήσουν μάλιστα και με αναβαθμισμένο ρόλο την Τουρκία στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του αναπληρωτή εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Β. Πατέλ, ο οποίος τόνισε ότι  η Τουρκία αποτελεί σημαντικό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και έχει διαδραματίσει ένα αναντικατάστατο ρόλο σε θέματα τα οποία είναι σημαντικά για τις ΗΠΑ και συνέχισε ότι με οποιοδήποτε αποτέλεσμα, ΗΠΑ και Τουρκία θα εργαζόμαστε από κοινού με οποιαδήποτε Κυβέρνηση και να εκλεγεί, να  βαθαίνουμε τις σχέσεις μας, να εργαζόμαστε για ένα σύνολο πεδίων και κοινών προτεραιοτήτων.

Το ίδιο και η Ρωσία, η οποία δεν έκρυψε ποτέ τις στενές σχέσεις που έχει με την Τουρκία και τις τεράστιες επιχειρήσεις και επενδύσεις που έχουν μεταξύ τους.

Σ’  ότι αφορά το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά, διεθνείς αναλυτές υποστηρίζουν ότι τα θέματα αυτά θα παραμείνουν δύσκολα.  Το γεγονός ότι και οι δύο υποψήφιοι εξαρτώνται από υπερεθνικιστές, ο Τ. Ερντογάν από τον Μπαχτσελί, και ο Κ. Κλιτσντάρογλου από το καλό Κόμμα της Ακσενέρ δεν επιτρέπουν αισιοδοξία και μεγάλες προσδοκίες για σημαντικές αλλαγές στην επιθετική στάση και συμπεριφορά της Τουρκίας. Χαραμάδα φωτός θα είναι το ενδεχόμενο να επιστρέψει η Τουρκία σ’ ένα είδος επαγγελματικού διαλόγου αντί να προβαίνει σε απειλές και πολεμικές ιαχές στην περιοχή.

*Μέλος Πολιτικού Γραφείου ΑΚΕΛ