Η ιστορία των διεθνών σχέσεων μας διδάσκει ότι τα κράτη επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό για ισχύ επιδιώκοντας έτσι την ηγεμονία τους, είτε στο περιφερειακό, είτε στο ευρύτερο περιβάλλον τους ή απλώς επιδιώκοντας μια σημαίνουσα θέση στο διεθνές σύστημα, η οποία τους προσδίδει την απαραίτητη δύναμη προς υποστήριξη των εθνικών τους συμφερόντων. Κάτι τέτοιο ενθαρρύνει την επιθετικότητά τους απέναντι σε άλλα κράτη. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η Τουρκία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα δυτικά ή άλλα κράτη που επιδιώκουν τη συνεχή αύξηση της ισχύος τους έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με την Τουρκία. Η Τουρκία αποτελεί μια αναθεωρητική δύναμη με μεγάλες βλέψεις και φιλοδοξίες τόσο για τη θέση της στο διεθνές σύστημα ευρύτερα όσο και για τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο ειδικότερα. Ως προς αυτή την κατεύθυνση διαθέτει μια πάγια στρατηγική, η οποία αντανακλάται στην αναθεωρητική της ρητορική και την επιθετική της στάση έναντι άλλων κρατών. Αυτή τη στάση εξυπηρετεί και ο Τούρκος πρόεδρος, ο οποίος ενώ για κάποιους έμοιαζε αδύναμος προεκλογικά – είτε λόγω της οικονομικής δυσμένειας στην οποία έφερε τη χώρα του, είτε λόγω της συνολικής στάσης της Τουρκίας έναντι της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τη συμπόρευσή της με τον πρόεδρο Putin, κάτι που δεν αρέσει στη Δύση και κυρίως στους Αμερικανούς – σήμερα μοιάζει να έχει αποκτήσει ξανά τη δύναμη ενός αυταρχικού ηγέτη.

Εάν και δε φαίνεται να έχασε ποτέ πραγματικά τη δύναμή του, ο Recep Tayyip Erdogan, παραμένει ο απόλυτος κυρίαρχος στο τουρκικό πολιτικό γίγνεσθαι. Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια απόλυτης εξουσίας και ηγεμονισμού στα πλαίσια του οποίου ελέγχει όλες τις δομές του κράτους, από την αστυνομία και τον στρατό μέχρι τα πανεπιστήμια και τη δικαστική εξουσία, διεκδικεί άλλη μια θητεία. Αν και το μείγμα της τουρκικής κοινωνίας φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια, καθότι όλο και περισσότεροι Τούρκοι αποκτούν ακαδημαϊκά διπλώματα και ασπάζονται κάποιες δυτικότερες αρχές, οι οποίες έχουν να κάνουν κυρίως με τα ανθρώπινα δικαιώματα, το εκλογικό σώμα προέκρινε και πάλι τον Erdogan έναντι οποιασδήποτε επικοινωνιακής πολιτικής της αντιπολίτευσης. Ως προς το τελευταίο, η προσπάθεια του Kemal Kilicdaroglu να φέρει κοντά του τους Τούρκους πολίτες δια μέσου της κατασκευής μιας ηπιότερης πολιτικής προσωπικότητας, η οποία επικοινωνεί μέσα από μια κουζίνα που μοιάζει με τη δική τους, φαίνεται ότι δεν κατάφερε να πείσει το εκλογικό σώμα. Με άλλα λόγια, η τουρκική κοινωνία μαθητεύει μαζί με τον αυταρχικό Erdogan και όπως συνηθίζεται να λέγεται με την πολιτική του μπαλκονιού. Μεταξύ άλλων, τα εξοπλιστικά προγράμματα, η επίδειξη της ισχύος και το επεκτατικό δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας φαίνεται να υπερτερούν στη συνείδηση και στην αντίληψη του Τούρκου ψηφοφόρου.

Επομένως, σε αυτό το πλαίσιο επιστρατεύονται και τα στελέχη της κυβέρνησης Erdogan. Ο Υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Hulusi Akar, αναφέρεται στο δίκαιο διαμοιρασμό του φυσικού πλούτου στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ «απαγορεύει» στους Έλληνες αξιωματούχους να αναφέρονται στη γενοκτονία των Ποντίων με πρόσχημα τις συνομιλίες και το διάλογο που προωθείται μεταξύ των δυο χωρών. O Υπουργός Εσωτερικών, Suleyman Soylu, κατηγορεί τις ΗΠΑ και μεταξύ άλλων τον πρόεδρο Biden για απόπειρα πραξικοπήματος έναντι του Τούρκου προέδρου στο παρελθόν. Φυσικά, μια τέτοια στάση απομακρύνει την Τουρκία όλο και πιο πολύ από την αγορά των αμερικανικών F-16. Τίποτα, όμως, δε φαίνεται ικανό να σταματήσει τον αυταρχισμό του Erdogan, ο οποίος βρίσκεται μια ανάσα πριν την ίσως πιο μεγάλη εκλογική του νίκη, η οποία θα επισφραγίσει δίχως άλλο την παντοδυναμία του στη χώρα για άλλη μια θητεία. 

Ειρήνη Σαββίδου, Πολιτικός Επιστήμων, Επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd.