Ο Πανίκος Νεοκλέους (πρώην πρόεδρος ΕΝ.Α.Ζ. και ΠΑ.ΣΥ.ΚΑΛ.), γράφει για το πώς αντιμετωπίζει η Πολιτεία των Πολιτισμό μέσα από προσωπική του εμπειρία.
Πριν 44 χρόνια, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και προκατάληψη, μαζί με λιγοστούς φίλους δημιουργήσαμε την Ένωση Αυτοδίδακτων Ζωγράφων (ΕΝ.Α.Ζ.). Ένας από τους βασικότερους στόχους ήταν να δώσουμε την ευκαιρία στους ανθρώπους (κυρίως των νέων) να ασχοληθούν με την Τέχνη. Παράλληλα, με τις δεκάδες εκθέσεις, διαλέξεις και προβολές για επιμόρφωση.
Αν και τότε ήταν αδύνατη η όποια επικοινωνία –τηλεφωνική ή άλλη– το 1998 βρήκαμε τρόπο και οργανώναμε μαζί με Τ/κ κοινές εκθέσεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα, με την άριστη συνεργασία μας με τους Τ/κ καλλιτέχνες, περιμέναμε την ευκαιρία για τη δημιουργία κοινού Καλλιτεχνικού-Πολιτιστικού Συνδέσμου, πράγμα που έγινε κατορθωτό από τις πρώτες μέρες που άνοιξε το πρώτο οδόφραγμα στις 23 Απριλίου 2003. Η ιδέα και η θέληση προϋπήρχαν.
Θυμούμαι ότι εκείνη τη μέρα, ελάχιστοι Ε/κ πέρασαν το οδόφραγμα. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία πήγα στις 23 Απριλίου 2003 στις κατεχόμενες περιοχές όπου και είχα συνάντηση με τους Τ/κ καλλιτέχνες στην οποία αποφασίστηκε η ίδρυση του πρώτου κοινού Καλλιτεχνικού-Πολιτιστικού Συνδέσμου, ενώ μερικές μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική και ταυτόχρονα εκλογική συνέλευση. Στη συνάντηση εκείνη, εκτός από τα διάφορα άλλα θέματα που συζητήθηκαν ήταν και η ονομασία του κοινού Συνδέσμου, στον οποίο ομόφωνα δώσαμε την ονομασία Παγκύπριος Σύνδεσμος Καλλιτεχνών (ΠΑ.ΣΥ.ΚΑΛ.).
Εκτός από τον προγραμματισμό κάποιων εκδηλώσεων, ένα από τα πρώτα πράγματα που επιδιώξαμε ήταν η εξεύρεση κατάλληλης στέγης.
Μετά από κάποιες ανεπιτυχείς προσπάθειες που έκανα στη Λευκωσία, πήγα στη Λάρνακα όπου και επεσήμανα ένα κατάλληλο τ/κ υποστατικό το οποίο για χρόνια ήταν κλειστό. Το υποστατικό εκείνο, πριν την εισβολή λειτουργούσε ως τ/κ σχολείο με μεγάλες αίθουσες, κατάλληλες για εκθέσεις. Από πληροφορίες που συνέλεξα από ανθρώπους της περιοχής, το υποστατικό εκείνο είχε επιδιορθωθεί και παραχωρηθεί στην Αστυνομία Κύπρου, όμως λίγο καιρό αργότερα είχε εγκαταλειφθεί και πάλι. Αφού πήρα κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες, επισκέφτηκα μαζί με Τουρκοκύπριους στο γραφείο του τον τότε υπουργό Εσωτερικών, Ανδρέα Χρίστου, τον οποίο αφού ενημερώσαμε για τους στόχους και σκοπούς του Συνδέσμου, του ζητήσαμε να βοηθήσει στην εξασφάλιση είτε μέρους του συγκεκριμένου υποστατικού, είτε ολόκληρου.
Μετά από μερικά τηλεφωνήματα που έκανε στην παρουσία μας, ο κ. Χρίστου μας διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κώλυμα, μας έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου ανθρώπου της Μέριμνας Λάρνακας και μας είπε να επικοινωνήσουμε μαζί του για τα περαιτέρω.
Αρχικά και ο λειτουργός μας είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, στη συνέχεια όμως σε άλλες συναντήσεις που ακολούθησαν, αυτός άρχισε να μου ζητά διάφορα, μεταξύ αυτών και κατάλογο ονομάτων, αριθμούς ταυτοτήτων και διευθύνσεις των Τ/κ μελών μας. Τελικά, μετά από 4-5 επισκέψεις μου στη Λάρνακα, μας απάντησαν ότι το υποστατικό το παραχώρησαν στον Δήμο Λάρνακας για τη δημιουργία Μουσείου Πιερίδη.
Και τότε άρχισε μια ανταλλαγή επιστολών. Σε μια εξ αυτών, που πήραμε δυο χρόνια αργότερα, μεταξύ άλλων μας, έγραφαν: «Το υποστατικό το παραχωρήσαμε στον Δήμο Λάρνακας, όμως επειδή δεν επέδειξε ενδιαφέρον, θα τους γράψουμε ξανά για να επιδείξουν ενδιαφέρον.»!!!
Τελικά, μετά από παρέλευση περίπου 20 χρόνων, το υποστατικό παραμένει κλειστό και σε άθλια σήμερα κατάσταση. Πιστεύω ακράδαντα ότι παρόμοιες συμπεριφορές είναι που μας οδήγησαν τόσο στο θέμα της Αμμοχώστου, όσο και γενικότερα.