Χωρίς να βρίσκομαι μέσα στο μυαλό του Υφυπουργού Πολιτισμού –τι δουλειά έχω εκεί;- πιστεύω ότι έχει αρχίσει να μετανιώνει που αποδέχτηκε την τιμητική πρόταση από τον νέο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Από τη μια πλευρά είναι αυτή η δυσπιστία και η πολεμική που εισπράττει από μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής κοινότητας. Μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι σκληραγωγημένος σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά πιστεύω ότι δεν έχει καταλάβει ότι εδώ δεν μιλάμε για το κλασικό φαινόμενο του «φθόνου της επιτυχίας». Είναι κάτι διαφορετικό και πιο σύνθετο. Πιστεύω ότι σε κάθε περίπτωση τον ενοχλεί αυτό το κλίμα και τον αποσυντονίζει. Εξάλλου, γερό στομάχι έχουν οι γύπες και οι ύαινες. Ένα το κρατούμενο.
Από την άλλη πλευρά, το οφθαλμοφανές πελάγωμά του κάθε φορά που καλείται δημόσια να δώσει απαντήσεις εκ του προχείρου στα καυτά θέματα του χαρτοφυλακίου του, προδίδει ότι έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να μπει στο κλίμα. Όχι μόνο στο κλίμα της πολιτιστικής διακυβέρνησης, αλλά και γενικότερα στο κλίμα μιας υποτυπώδους πολιτικής σταδιοδρομίας. Δεν ξέρω αν στο μυαλό του ιδίου αλλά και του Προέδρου (για τον δεύτερο μπορώ να μαντέψω) φάνταζε βατή η αποστολή. Εκ των πραγμάτων όμως έπεσε πάνω σ’ ένα αρχιπέλαγος από σκοπέλους και εκκρεμότητες, ενώ συν τοις άλλοις έχει ν’ αναμετρηθεί με μια απελπιστικά υποστελεχωμένη, νεογέννητη δομή- δύσμορφο τέκνο και της επάρατης «δημοσιονομικής ουδετερότητας».
Όπως σε σχεδόν όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις του, έτσι και στη συνάντηση γνωριμίας με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού ήταν αδύνατο να κρύψει τα αντικειμενικά του μειονεκτήματα αλλά και την ελλιπέστατη γνώση και ενημέρωσή του γύρω από την ουσία και το βάθος των πολύπλοκων και χρονιζόντων ζητημάτων που απασχολούν τον τομέα του. Εξ ου και δεν ήταν σε θέση να δώσει σχεδόν ούτε μια ξεκάθαρη (ή έστω θολή) απάντηση στη βροχή ερωτημάτων των βουλευτών και επιφυλάχθηκε να απαντήσει γραπτώς. Προφανώς, αυτό είναι εύκολο να το αναθέσει σε κάποιον συνεργάτη του.
Το πρόβλημα είναι ότι σε αρκετά από τα ζητήματα αυτά, ειδικότερα στα πιο επιτακτικά, είναι ζωτικής σημασίας και η δική του πολιτική βούληση. Σύντομα θα κληθεί να επιδείξει αποφασιστικότητα πάνω σε καίρια και ευαίσθητα θέματα. Χρειάζεται να έχει ισχυρή άποψη, αλλά επίσης την πυγμή και το κύρος για να την υποστηρίξει. Μέχρι στιγμής, η εντύπωση που δίνει είναι ότι προσπαθεί αγωνιωδώς να επιπλεύσει εκ του ασφαλούς μέσα σε αχαρτογράφητα νερά. Κι ότι είναι εξαρτημένος από τους συνεργάτες του. Εμφανώς δεν έχει τη στόφα του πολιτευτή, αλλά ούτε και το λέγειν, τη ρητορική ευχέρεια να πείσει για την επάρκειά του ή να κουκουλώσει την όποια ανεπάρκειά του. Ταυτόν ειπείν, στα λόγια δεν έχει πείσει κι ούτε δείχνει ότι μπορεί. Οπότε, τι απομένει; Οι πράξεις.
Είναι φανερό ότι χρειάζεται ακόμη χρόνο. Πολύ χρόνο. Κι αυτή είναι μια πολυτέλεια που δεν έχει όσο υπάρχουν τόσα ανοιχτά μέτωπα. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, ο οποίος τον γνωρίζει προσωπικά εδώ και 25 χρόνια, κάτι θα είδε σ’ αυτόν- δεν μπορεί. Εντάξει, δεν ξέρω αν εκτιμά τόσο τις ικανότητές του ώστε να μην είχε πρόβλημα να τον διορίσει φερ’ ειπείν ακόμη και Υπουργό Οικονομικών ή Υγείας. Εντούτοις, θέλουμε όλοι να πιστεύουμε ότι δεν θα έβαζε με το «καλημέρα» το πολιτικό του κεφάλι στον τορβά ακόμη και για ένα φαινομενικά «ακίνδυνο» και χαμηλής προτεραιότητας χαρτοφυλάκιο. Αν λοιπόν επιθυμεί να αποστομώσει τις Κασσάνδρες και να ισχυροποιήσει τη δυσχερέστατη θέση στην οποία βρίσκεται ο παλιόφιλός του –βασικά, με δική του υπαιτιότητα- τότε θα πρέπει να προικίσει το Υφυπουργείο και τις υπηρεσίες του.
Η υποστελέχωση «φωνάζει». Στην πράξη, προκαλεί τεράστιες καθυστερήσεις και εν τέλει κοστίζει. Η περιλάλητη ολιστική πολιτιστική πολιτική δεν γίνεται με λόγια. Εν τη γενέσει του Υφυπουργείου προέκυψε ένα υποτυπώδες μπακαλίστικο οργανόγραμμα με συμπίληση υφιστάμενων υπηρεσιών και τμημάτων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προέκυψε ως επιπλέον «αγκάθι» η κωλυσιεργία στον διορισμό Διευθυντή του Τμήματος Νεότερου και Σύγχρονου Πολιτισμού, δύο ολόκληρα χρόνια μετά την αφυπηρέτηση του Παύλου Παρασκευά.
Αναφορικά με το ζήτημα της κατοχύρωσης της ιδιότητας του καλλιτέχνη, που πάει σχεδόν να πλασαριστεί σαν… ουρανοκατέβατη ιδέα της νυν κυβέρνησης, θέλω να θυμήσω ότι είναι ένα πάγιο αίτημα που κυοφορείται από το 2007. Κι ότι σαν επίσημη εξαγγελία τέθηκε στο τραπέζι την εποχή του lockdown από τον «αισιόδοξο» Προδρόμου, μαζί με τη σύσταση μητρώου καλλιτεχνών. Το Υπουργείο Παιδείας εργαζόταν πάνω στο σχετικό νομοσχέδιο παράλληλα με την υπόθεση της ίδρυσης του Υφυπουργείου. Το προσχέδιο πέρασε από απανωτές επεξεργασίες με τη συμμετοχή όλων των φορέων σε συνεργασία με τα Υπουργεία Παιδείας, Εργασίας και Οικονομικών κι αν ήταν κύκλος θα είχε μέχρι τώρα τετραγωνιστεί.
Μετά τα όσα ντροπιαστικά συνέβησαν τον καιρό της πανδημίας μέχρι να δοθεί στους πληγέντες καλλιτέχνες ένα επίδομα- χαρτζιλίκι, το ζήτημα έγινε ακόμη πιο επιτακτικό. Θεωρητικά. Το φθινόπωρο του 2020 το Υπουργείο εξήγγειλε τη συγκρότηση 15μελούς «Ειδικής Συμβουλευτικής Επιτροπής» και καλλιεργήθηκε μια παράλογη υπεραισιοδοξία ότι το θέμα θα έκλεινε ακόμη και πριν τη λήξη της θητείας της προηγούμενης Βουλής, τουτέστιν την άνοιξη του 2021. Κι αυτό ενώ πολύ καλά γνώριζαν στο (τότε) ΥΠΠΑΝ ότι το ζήτημα των κοινωνικών ασφαλίσεων, όπως επίσης η καταγραφή, το συνταξιοδοτικό, το μοντέλο των κοινωνικών παροχών και αποδοχών δεν είχαν ωριμάσει επαρκώς μέσα από τη διαδικασία.
Για να καταλάβω: η αλλαγή της Βουλής, η ίδρυση του Υφυπουργείου, η μακρόσυρτη προεκλογική περίοδος και εν τέλει η ανάληψη καθηκόντων από τη νέα κυβέρνηση μηδένισε το κοντέρ; Πάμε ξανά από την αρχή μια χρονίζουσα και τόσο ζωτικής σημασίας υπόθεση; Και μάλιστα προεξάρχοντος ενός Υφυπουργού που θα χρειαστεί μήνες για να μπει στο πνεύμα;
Ελεύθερα, 26.3.2023