Κουράστηκα να γράφω για την παιδεία μας και τα μαύρα της τα χάλια, να συγκρίνω με καλύτερους, να προτείνω ιδέες, να ρίχνω αβγά στον τοίχο. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια, εγώ παπάς, εγώ τατάς, άντε ν’ αρπάξω και κανένα λάικ από φίλους και γνωστούς, ως εκεί. Αυτή είναι ακόμη μια στήλη για την παιδεία, που θα έχει προφανώς την ίδια τύχη, άλλα τζιαμαί εγώ, ελιά τζιαι τερατσιά πάνω στον ρότσον τους. Ποιους θα μου πείτε; Του συστήματος, τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τους υπουργούς παιδείας τους, κάποιους αδιάφορους εκπαιδευτικούς, τον καθένα από μας που βολεύτηκε με το κατεστημένο, με την απουσία φαντασίας, με την έλλειψη οράματος, που συμβιβάστηκε με τη μούχλα και δέχεται αγόγγυστα τη μοίρα του. Αυτούς εννοώ. Όλους μας.

Διαφορετική η οπτική μου αυτή τη φορά. Θα γράψω εμπειρικά, έχοντας ως παράδειγμα την κόρη μου, με την άδειά της, βεβαίως βεβαίως. Υπόψη ότι φοιτά σε ένα πολύ καλό δημόσιο σχολείο με γενικώς πολύ καλούς εκπαιδευτικούς που δεν φέρουν ευθύνη για την κατάντια του συστήματος. Μετά από μια εξαιρετική πρώτη γυμνασίου, λοιπόν, κατά την οποία αρίστευσε χάρη στη σκληρή δουλειά, η δευτέρα τάξη μοιάζει ήδη βγαλμένη από άλλο σενάριο, η σπονδυλωτή κωμωδία έδωσε τη θέση της σε… χόρορ φιλμ.

Δεν έφτανε η εμμονή του συστήματος με τους βαθμούς και τα διαγωνίσματα, φέτος προστέθηκε ένα επιπλέον άγχος, αυτό των εξετάσεων των τετράμηνων. Δεν εξετάζω αν είναι σωστό ή λάθος, αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Μέχρι όμως να φτάσουμε εκεί, φλόμωσαν τα παιδιά στα διαγωνίσματα και τα κουίζ, τσακίζοντάς τα στο διάβασμα, στερώντας τους την εμπειρία, τη χαρά, τη χαλάρωση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, όπως ένα χόμπι (που, ας μη γελιόμαστε, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να τους χρησιμεύσει στο μέλλον περισσότερο από κάποιες σαχλαμάρες που διδάσκονται, το λέω με κάθε επίγνωση).

Για παράδειγμα, τη μια βδομάδα η κόρη μου είχε διαγωνίσματα Λογοτεχνίας, Πληροφορικής και Μαθηματικών, στα ενδιάμεσα μικρά διαγωνίσματα των 10-15 λεπτών. Την επόμενη βδομάδα είχε διαγωνίσματα Γαλλικών, Γεωγραφίας και Χημείας, στα ενδιάμεσα μικρά κουίζ των 10-15 λεπτών. Σ’ αυτά προσθέστε το καθημερινό διάβασμα όλων των μαθημάτων, που θέλει δυο-τρεις ώρες μίνιμουμ. Για ένα παιδί που, από την στιγμή που σχολνάει, μπαίνει σπίτι στις έξι- επτά η ώρα το απόγευμα, λόγω ιδιαιτέρων, και αναγκάζεται να μελετήσει από εκεί και πέρα, όλα μοιάζουν σαν βουνό, ένα υπερβολικό και αχρείαστο βάρος για τις τρυφερές πλάτες των μαθητών. Και το χειρότερο; Οι εξετάσεις του τετράμηνου θα πραγματοποιηθούν μετά τις γιορτές, με αποτέλεσμα: «παπά, δεν φτάνουν όλα αυτά, θα καταστρέψουν και τη μόνη ευκαιρία που έχουμε για διάλειμμα. Δεν θέλω. Δεν αντέχω άλλο», είπε.

Πρώτη παρένθεση, ποτέ δεν πίεσα / απαίτησα ψηλούς βαθμούς από αυτήν. «Μου φτάνει να κάνεις το καλύτερο που μπορείς», είναι το μότο μου. Δεύτερη παρένθεση, τη τσάντα των – κυριολεκτικά – εκατό κιλών, μα τον Θεό, θα τη φορτώσω στην πλάτη του υπουργού ή κάποιου υπηρεσιακού καμιά μέρα, δεσμεύομαι. Δεν υπάρχει αυτό που ζούμε. Δεν ξανακούσατε για ντουλάπια αποθήκευσης, τα γνωστά lockers; Δεν παρακολουθείτε αμερικάνικες ταινίες;

Μετά τις γιορτές, λοιπόν, εξετάσεις Μαθηματικά, Νέα/Λογοτεχνία και Βιολογία-Φυσική-Χημεία, τα τελευταία την ίδια, παρακαλώ, μέρα. Εν τέλει, παρά την τεράστια προσπάθεια, φέτος έπεσαν οι βαθμοί της μικρής και επήλθε ήδη φυσική και ψυχολογική κατάπτωση, μαζί με απέχθεια για το σχολείο, δική της έκφραση. Ως πατέρας που βλέπει το παιδί του σε κατάπτωση, ορκίζομαι, τα έχω πάρει στο κρανίο και όχι, δεν θα σιωπήσω, η πλάκα τελειώνει εδώ!

Κλείνω με τα λόγια μιας φίλης καθηγήτριας: «Γράψε κάτι να χαρείς. Γράψε κάτι τζι’ επελλάναν τα κοπελούθκια!».

Έγραψα. Πάρα κάτω.

 

Διαβάστε Επίσης: Οι ταύροι του Πικάσο

 

Ελεύθερα, 27.11.2022.