Ένας γύπας βρέθηκε σκοτωμένος στα βράχια της Λεμεσού. Ένας γύπας μετανάστης τον οποίο φέραμε από την Κρήτη για να ζευγαρώσει εδώ και να βοηθήσει στην αύξηση του απειλούμενου με εξαφάνιση πληθυσμού των ντόπιων πτηνών. Αφίχθη μετά τιμών πριν πέντε χρόνια και θα μπορούσε να ζήσει πολλά ακόμα. Ούτε πέντε χρόνια δεν άντεξε όμως. Η Υπηρεσία Θήρας ψάχνει να βρει από τι πέθανε: Από τα σκάγια κυνηγού, από τροφική δηλητηρίαση ή κάτι άλλο;
Εμείς λέμε πως μπορεί και να αυτοκτόνησε. Το πουλί ζούσε ανάμεσα στα φαράγγια και τα γυμνά βουνά της Κρήτης, τρεφόταν από τη φύση και πετούσε σε μέρη όπου σπάνια συναντούσε άνθρωπο. Και βρέθηκε στην Κύπρο, συντροφιά με άλλους 20 μόνο συγγενείς. Αρχικά του άρεσε. Τον κανάκεψαν καλά-καλά οι άνθρωποι της Υπηρεσίας Θήρας, τον φίλεψαν με ό,τι τραβούσε η ψυχή του, τον φωτογράφισαν σε διάφορες στάσεις κι έγινε ένας σταρ. Ο φιλοξενούμενός μας από την Κρήτη. Κι έπειτα τον άφησαν σε ένα ωραίο καταπράσινο μέρος όπου του άρεσε να τριγυρνά. Κάπου εκεί ήταν και όλοι οι υπόλοιποι. Ύστερα όμως ήταν η περιέργεια. Ήθελε να δει όλο το νησί. Κι άρχισε να ταξιδεύει από ‘δώ κι από ‘κεί. Πήγε σε ένα μέρος με βράχους που του θύμιζε την Κρήτη, πέταξε πάνω από τη θάλασσα, βρέθηκε και σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούσαν άλλη γλώσσα κι είχε κι ένα βουνό που έμοιαζε με αυτά της πατρίδας του, γυμνό κι αυτό. Αλλά οι συγγενείς του ήταν από εδώ για αυτό πάντα επέστρεφε.
Κάποιες μέρες ήταν ήσυχα τα πράγματα. Κάποιες άλλες μπαμ-μπουμ και σκυλιά να γαβγίζουν. Δεν ήξερε πού να κρυφτεί. Δεν ήξερε αν αυτός ήταν ο στόχος ή η καημένη η πέρδικα που δεν μπορούσε να πετάξει τόσο ψηλά όσο αυτός. Κι έτσι κατέβηκε στις πόλεις. Ήταν πολύ φωτεινές, τον θάμπωναν, έχανε τον προσανατολισμό του. Και κτήρια, παντού κτήρια, άλλα ψηλά κι άλλα πανύψηλα. Κι αυτοκίνητα, καυσαέριο. Δέντρα πουθενά. Δεν έβρισκε καν τροφή να φάει.
Σε κάτι περιβόλια που μπήκε μια φορά, ακούγοντας πουλιά να κελαηδούν, δεν είδε πουλιά και κατάλαβε πως ήταν παγίδα. Υπήρχαν και δίχτυα στα οποία ήταν πιασμένα μικρά πουλάκια και με πολλή προσπάθεια κατάφερε να μην πιαστεί κι αυτός. Οι καλλιέργειες μύριζαν φάρμακα.
Ένιωσε μόνος σε ένα αφιλόξενο μέρος. Θυμήθηκε την πατρίδα του και θέλησε να επιστρέψει. Πολλές φορές το προσπάθησε, αλλά δεν θυμόταν τη διαδρομή. Και αποφάσισε να κάνει μία τελευταία πτήση και να πέσει με φόρα πάνω στα βράχια της Λεμεσού. Εκεί που τον βρήκαν.