«Ήταν ένας γάτος, μαύρος πονηρός / Kάθε που εβράδυαζε, ντύνονταν γαμπρός / Tα μαλλιά του έκανε λίγο κατσαρά / κι ένα κόκκινο παπιγιόν φορούσε στην ουρά / Σε κάθε σπίτι πήγαινε, όπου έβλεπε καπνό / Zητούσε τα κορίτσια, δήθεν για σκοπό / Kι αυτές, άλλο δεν θέλανε, φορούσαν νυφικά / Kάλλιο μ’ ένα γάτο, παρά με κοιλαρά / Mα όπως είπα στην αρχή, ο γάτος πονηρός / Bόλευε τα κορίτσια και γίνονταν καπνός»

Ο Λευτέρης δεν είχε μόνο παρουσιαστικό ηθοποιού αλλά και το ταλέντο. Στην κάθε κοπέλα που φλέρταρε εμφανιζόταν με άλλη ιδιότητα και επάγγελμα, ανάλογα με τα δικά της ενδιαφέροντα, έπαιζε πολύ καλά τον κάθε ρόλο και με απίστευτες ικανότητες ελιγμού. Αυτές ενθουσιάζονταν που βρήκαν ένα ζεν πρεμιέ, ευχάριστο στην παρέα και έτοιμο να ακολουθήσει το κορίτσι του ακόμη και στο θέατρο, σε αρχαία τραγωδία, ενώ δεν θα έλεγε όχι και στα μπουζούκια, ρίχνοντας γαρύφαλλα ή χορεύοντας ζεϊμπέκικο στην πίστα. Άντρας πολυδιάστατος και πολύτροπος ο Λευτέρης.

Οι νεαρές κοπέλες, πωλήτριες σε κατάστημα, καθηγήτριες, λογίστριες, χαίρονταν που τις ερωτεύτηκε αυτός ο ωραίος άντρας και που τον πέτυχαν ακριβώς στην ηλικία και στη φάση που ήταν έτοιμος για γάμο, να ανοίξει σπιτικό και να κάνει μια ήσυχη οικογενειακή ζωή. Σαν έτοιμες από καιρό, από τότε που μικρές έμπαιναν παράνυμφοι σε γάμους, είχαν εδραιώσει στο ασυνείδητό τους πως η μόνη οδός προς την ευτυχία της γυναίκας είναι ο γάμος.

Ακόμη κι όσες είχαν ζήσει στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, περίμεναν τον 21ο αιώνα να έρθει ο πρίγκιπας με μονόπετρο σε βελούδινο κουτί, να σκύψει και να ρωτήσει «Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;».

Λες και αυτή δεν είναι μια απόφαση που πρέπει να παρθεί και από τους δυο τους όταν και αν νιώσουν έτοιμοι να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, αλλά εναπόκειται μόνο στον άντρα να το αποφασίσει με τη γυναίκα, παθητική δέκτρια. Να περιμένει πότε θα της κάνει τη χάρη «να την πάρει», αποκαθιστώντας τη θέση και το όνομά της στην κοινωνία. Η απάντηση στην πρόταση αυτή είναι πάντα το ΝΑΙ με κεφαλαία γράμματα και δάκρυα στα μάτια. Αναρτούν στη συνέχεια φωτογραφίες ή βιντεάκια της στιγμής αυτής. Και η ώρα η καλή…

Ο Λευτέρης, όνομα και πράμα, είχε την απόλυτη ελευθερία και ευελιξία να παρουσιάζεται στα κορίτσια με διαφορετικές σπουδές και ειδικότητες ανάλογα με το πώς θα τον ήθελαν οι ίδιες να είναι. Σε καθηγήτρια μαθηματικό για παράδειγμα παρουσιάστηκε ως μαθηματικός που σπούδασε στην Αθήνα. Έτσι κι αλλιώς η επιστήμη των μαθηματικών, οι εξισώσεις και τα θεωρήματα είναι ένα θέμα που ουδέποτε συζητιέται στις παρέες.

«Ναι κι εγώ είχα τον Αγγελάκα στο πρώτο έτος» της απαντούσε στις ερωτήσεις της. «Τον Χαριλάου; Α ναι, τούτον είχα τον στο πτυχίο». Καλοκαίρι γνωρίστηκαν, οι μεγάλοι έρωτες γεννιούνται καλοκαίρι και ως τα Χριστούγεννα της έκανε πρόταση γάμου, γονατιστός σαν πρίγκιπας του Μεσαίωνα της πρόσφερε το μονόπετρο και μετά ήρθε να τη ζητήσει επίσημα και από τους γονείς της. Τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων, τον εγκατέστησαν στο ρετιρέ, του έδωσαν το ελεύθερο να κάνει μετατροπές στο εξοχικό, ακόμη και να πουλήσει κάποια οικόπεδα για να επενδύσει αλλού. Γάτος ο Λευτέρης και στις αναπτύξεις, έπιανε πουλιά στον αέρα.

Μέχρι που έγινε καπνός κι αυτός και τα λεφτά και ούτε στο ψευδογραφείο του μπόρεσαν να τον βρουν, ούτε στο φροντιστήριο όπου δήθεν δίδασκε κάποιες ώρες μαθηματικά, αυτός που δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν η Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άφαντος ο Λευτέρης, ελεύθερος κι ωραίος, έψαχνε κιόλας το επόμενο του θύμα στην ύπαιθρο και σε άλλη επαρχία για να του αποσπάσει χρήματα και προίκα.

Καταρρακωμένη η Καιτούλα αποφάσισε να πουλήσει το μονόπετρό της, να μην έχει τίποτα να της τον θυμίζει και να πάρει έστω κι ένα μικρό ποσό από τα λεφτά που της είχε ξαφρίσει. Άνθρακας όμως αποδείχτηκε το διαμάντι, μηδαμινής αξίας, μηδέν καρατίων, όπως και ο Λευτέρης ο ζιγκολό. Τον είδε ξανά στις ειδήσεις και πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα, θύμα εμπρηστικής επίθεσης.

Ο ίδιος και τα συγγενικά του πρόσωπα δήλωσαν πως ήταν άγνωστα τα κίνητρα των δραστών εφόσον ο Λευτέρης δεν είχε εχθρούς, ούτε υποψιάζονταν κάποια πρόσωπα αφού δεν είχε διαφορές με κανένα!

«Τώρα κλαίει κι οδύρεται μαζεύεται κουβάρι / Μήπως τους κρύους δικαστές μπορέσει να τουμπάρει / Αχ, μη καλοί μου άνθρωποι εγώ δεν είμαι γάτος / Εγώ είμαι ένας άνθρωπος με αισθήματα γεμάτος / Κοιτάζω το συμφέρον μου διαβάζω εφημερίδα / Και στον στρατό υπηρέτησα για τη μαμά πατρίδα / Μα εκείνοι που να ακούσουνε τον στήσανε στον τοίχο / Τα μάτια κάπως παίξανε στης τουφεκιάς τον ήχο» (Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / Μουσική, στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

dena.toumazi@gmail.com