«Αλίμονο γενιές θνητών,

τη ζωή σας και το τίποτε

ίσα τα λογαριάζω.

Γιατί ποιος άνθρωπος

είναι περισσότερο ευδαίμων

παρά όσο φαντάζεται

και μετά χάνει το όνειρο.

Έχοντας το δικό σου παράδειγμα,

και τον δικό σου δαίμονα, το δικό σου,

δύστυχε Οιδίποδα, κανέναν θνητό

δεν θεωρώ ευτυχισμένο»

Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, Δ΄ Στάσιμο

Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι η «ευτυχία» είναι στιγμές, ένα άπιαστο όνειρο, που μόλις το αγγίξεις χάνεται. Επομένως, δεν είναι και πολλά αυτά που μπορεί να κάνει κάποιος για την ευ-τυχία του, παρά να προσμένει την καλή «τύχη». Το παράδειγμα του Οιδίποδα -που υπήρξε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος από όλους και εξαίφνης έχασε τα πάντα- οδηγεί τους θεατές στην κάθαρση, τους διδάσκει να εκτιμούν τη ζωή, γιατί τίποτε δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι η επαίσχυντη πράξη -για την οποία ο πρωταγωνιστής δεν φέρει μερίδιο ευθύνης- αυτή που τρομάζει. Βέβαια, η Οιδιπόδεια δυστυχία είναι ασύγκριτη, αλλά δεν θα συμβεί τέτοιο κακό σε πολλούς, μάλλον είναι σπάνιο. Ωστόσο, όπως περίτρανα διαλαλεί το επιμύθιο, κανένας θνητός δεν μπορεί να θεωρηθεί ευτυχισμένος, γιατί η ευτυχία είναι ευμετάβλητη.

Το φευγαλέο της ανθρώπινης ευτυχίας δεσπόζει στη σκέψη των ποιητών στην αρχαιότητα.  Ο δημοφιλής λυρικός ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος (556 π.Χ.-469 π.Χ.) προειδοποιεί για τα επερχόμενα κακά που θα επιδοθούν στον άνθρωπο, γιατί ο θεός μεταβάλλει το παρόν στη στιγμή (ὀλίγῳ δὲ χρόνῳ πάντα μεταρρίπτει θεός). Γι’ αυτό κανένας άνθρωπος δεν θα είναι ευτυχισμένος, παρά για μια στιγμή τόσο σύντομη όσο «το φτερούγισμα της γοργόπτερης μύγας» (ὠκεῖα γὰρ οὐδὲ τανυπτερύγου μυίας οὕτως ἡ μετάστασις). Ως εκ τούτου, το απόφθεγμα του σοφού Σόλωνα (περ. 639-559 π.Χ.) «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε» γίνεται εύκολα κατανοητό, όχι μόνο γιατί (σύμφωνα με την ιστορία) συνέβη στον Κροίσο, αλλά επειδή μπορεί να συμβεί στον καθένα.  

Οι ποιητές του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. συμφωνούν∙ οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγγίξουν τη μακαριότητα όσο ζουν. Η ευτυχία είναι προσωρινή κατάσταση, με πολύ μικρή διάρκεια. Με λίγα λόγια, είναι ανεπαίσθητες στιγμές. Ή μήπως όχι; Το πέρασμα από τον μύθο στον Λόγο, που οριοθετεί την εμφάνιση της φιλοσοφίας, θα επανεξετάσει το ζήτημα της τύχης ή μοίρας των θνητών. Η μακαριότητα του θεού είναι δεδομένη, αλλά μπορεί ο άνθρωπος να ευτυχήσει χωρίς θύραθεν βοήθεια; Η φιλοσοφία, λοιπόν,  δεν θα αργήσει να λάβει τα ηνία της ευδαιμονίας του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Θαλή, τον πρώτο φιλόσοφο, «ευδαίμων είναι ο υγιής στο σώμα, εύστροφος και πειθαρχημένος από τη φύση του άνθρωπος», ενώ το πιο δύσκολο πράγμα είναι «να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων 1.36-37). Στην Ιωνία αρχίζει να υποφώσκει η αντίληψη ότι τελικά η ευδαιμονία δεν χρειάζεται εξωτερική βοήθεια, διδάσκεται και καλλιεργείται. «Ο χαρακτήρας κάθε ατόμου είναι ο προσωπικός του δαίμονας» θα αντιτάξει από την Έφεσο ο Ηράκλειτος που -δικαίως- διαλαλεί ότι ερεύνησε τον δικό του δαίμονα. Από εκεί θα ξεκινήσει και ο Σωκράτης, ο πρώτος δάσκαλος της ευδαιμονίας.

Ο Αθηναίος φιλόσοφος περνάει τις στιγμές της ζωής του, τον χρόνο του, με φίλους αλλά και με τον εαυτό του, τον προσωπικό του δαίμονα. Η μοίρα δεν θα παίξει σπουδαίο ρόλο στη ζωή του -περισσότερο ο ίδιος θα οδηγήσει τους Αθηναίους στην ψήφιση της καταδίκης του με τη συμπεριφορά του στο Δικαστήριο. Έτσι, ο Σωκράτης πετυχαίνει το ακατόρθωτο: ενώ πλησιάζει προς τον θάνατο δεν λυπάται· έχει εξετάσει τη ζωή του και αν μπορούσε θα την ξαναζούσε πάλι. Η καθημερινότητα του Σωκράτη γίνεται το υπόδειγμα φιλοσοφικού βίου, για να ξεκινήσουν οι μαθητές του (και οι μαθητές των μαθητών του) να εξετάζουν τη δική τους ζωή με θαυμαστά για την Ηθική φιλοσοφία (και για την ανθρωπότητα) αποτελέσματα.

Η ευδαιμονία δεν είναι στιγμές. «Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη, επομένως ούτε μια ευτυχισμένη μέρα θα κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο», θα διατυπώσει εύστοχα ο Αριστοτέλης, ανατρέποντας όλες τις δοξασίες: Η ευδαιμονία είναι κάτι κοινό (πολύκοινον) ανάμεσα στους ανθρώπους, στο οποίο μπορούν να μετέχουν όλοι όσοι δεν είναι ατελείς ως προς την αρετή (πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν) με τη βοήθεια κάποιας μάθησης και επιμέλειας.

Από εδώ και πέρα είναι η σειρά των φιλοσόφων να αποφανθούν για το «φευγαλέο του βίου». Η ευδαιμονία των θνητών έχει διάρκεια. Πολύ μεγαλύτερη από το φτερούγισμα της γοργόπτερης μύγας. Μια ολόκληρη ζωή.

*Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022