Η 1η Απριλίου κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι δύσκολη μέρα για τους Βρετανούς αξιωματούχους, κυρίως αυτούς που εργάζονται στην εδώ πρεσβεία, στις Βάσεις. Και λόγω του κλίματος, που διαμορφώνεται στην κυπριακή κοινωνία με τις εκδηλώσεις αλλά και θύμισες που ξυπνούν. Έχουν συμπληρωθεί 70 χρόνια από την έναρξη του αντι-αποικιακού, αντικατοχικού αγώνα. Επτά δεκαετίες. Και εκείνος ο αγώνας ολοκληρώθηκε με ένα «συμβιβασμό», που εκ των υστέρων φάνηκε πως εξυπηρετούσε πρωτίστως τη Βρετανία και την Τουρκία.
Λογικά οι Βρετανοί θα ήθελαν να πετύχει το εγχείρημα. Κανονικά θα έπρεπε να εργάζονταν προς αυτή την κατεύθυνση. Αντί, όμως, να είναι αυτός ο στόχος και η πολιτική τους, εργάσθηκαν για να διαμορφώνουν διάφορες ιδέες, που βασικά προωθούσαν τον διαχωρισμό αντί την ενότητα του κράτους. Ποιου άλλωστε έμπνευση είναι Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, που αρχικά είχε απορριφθεί από την ελληνική πλευρά στην Κύπρο και μετά υιοθετήθηκε ως το λάφυρο του αγώνα; Πόσες ιδέες τους δεν πέρασαν διά του ΟΗΕ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Πολλές. Οι πλείστες που παρουσιάσθηκαν δικές τους είναι.
Η Βρετανία δεν έφυγε ποτέ από την Κύπρο. Οι συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου, καθόρισαν την παρουσία της διά των Βάσεων. Πολιτικά είχε καλλιεργήσει και αναπτύξεις σχέσεις με την πολιτική και οικονομική ελίτ του νησιού. Το τελευταίο εξασθενεί βαθμηδόν όσο και ο ρόλος γενικά της πάλαι ποτέ βρετανικής αυτοκρατορίας, που έχει καταστεί ξεδοντιασμένη.
Είναι σαφές πως δεν ξεπεράσθηκε ποτέ εκείνη η σύγκρουση της ΕΟΚΑ, των Κυπρίων εν γένει, με τα βρετανικά κατοχικά στρατεύματα. Έκπαλαι συντηρείται, είναι πρόδηλη, η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης. Κι αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο από τη στάση και τη συμπεριφορά των Βρετανών. Κυρίως σε σχέση με την εμπλοκή τους στο Κυπριακό. Ενίοτε αυτή η συμπεριφορά δείχνει να είναι εκδικητική.
Επειδή, όμως, στο Φόρεϊν Όφις υπάρχουν πολλοί που έχουν την ευθύνη του σχεδιασμού πολιτικής, προφανώς και θα αντιλαμβάνονται πως από τη στιγμή που έχουν συμφέροντα στην Κύπρο, δεν μπορεί να βρίσκονται μονίμως απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κι αυτό είναι διαχρονικό και θα μπορούσε κανείς να παραθέσει δεκάδες, εκατοντάδες παραδείγματα, για ιδέες που παρουσιάσθηκαν «μεσολαβητικά» από το Λονδίνο και εξυπηρετούσαν τις τουρκικές επιδιώξεις. Κυρίως στα θέματα της κυριαρχίας. Αυτή είναι η επίσημη διαχρονική στάση του Λονδίνου έναντι της Κύπρου και για να αλλάξει αυτό πρέπει να γίνει με πράξεις και όχι με τα χαμόγελα του Υφυπουργού Ευρώπης, στην πρόσφατη Πενταμερή Διάσκεψη στη Γενεύη ( 17-18 Μαρτίου). Η αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς κρίνεται στο αποτέλεσμα.
Η Βρετανία θα εξυπηρετείτο καλύτερα εάν είχε καλές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία και όχι να βρίσκεται απέναντι της. Εάν στο Λονδίνο μελετούσαν τις σχέσεις, για παράδειγμα, της Γερμανίας μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τις σχέσεις Βερολίνου και Παρισίου, τότε πολλά θα μάθαιναν. Αλλά προφανώς δεν το θέλουν.
Εάν το Λονδίνο, λοιπόν, ήθελε να κλείσει εκείνο το κεφάλαιο, της αποικιοκρατίας, της σύγκρουσης, θα πρέπει να προβεί σε μια σειρά βήματα. Όπως να αναγνωρίσει τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Να αναγνωρίσει το δίκαιο του αγώνος εκείνου. Θα μπορούσε να ρίξει γέφυρες αποφασίζοντας όπως ο Βρετανός πρέσβης, μετά που θα αναγνωρισθεί ο αγώνας της ΕΟΚΑ, επισκέπτεται κάθε χρόνο τα φυλακισμένα μνήματα για να καταθέσει στεφάνι στους απαγχονισθέντες. Θα είναι μια τιμή σε αγωνιστές της ελευθερίας και μια απολογία της χώρας του για τον απαγχονισμό τους. Για να κλείσει εκείνος ο κύκλος, χωρίς όμως λήθη. Οι Αμερικανοί το έπραξαν έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου. Ο Γερμανός Πρόεδρος κατέθεσε στεφάνι σε μνημείο πεσόντων και ζήτησε συγνώμη από τους Έλληνες.
Η ιστορία δεν σβήνεται. Έχει σημασία, όμως, να γίνονται βήματα για το μέλλον. Να κλείσει αυτός ο κύκλος και να ξεκινήσει ένας δεύτερος. Γνωρίζουμε πως τα συμφέροντα μας μπορεί να μην ταυτίζονται. Αλλά η Βρετανία για να μπορέσει να έχει συμφέροντα στην Κύπρο δεν μπορεί να βρίσκεται απέναντι στη χώρα μας σε ζητήματα, που αφορούν την Κύπρο, κυρίως σε σχέση με το Κυπριακό.