«Προς τους Ρεπουμπλικάνους, τους Συντηρητικούς και όλους τους τεράστιους/ παμμέγιστους (great), Αμερικανούς, ο Ίλον Μάσκ, αψηφώντας το ρίσκο να χάσει πολλά, προκειμένου να βοηθήσει το Έθνος μας, κάνει μία ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ δουλειά.
Αλλά οι Ριζοσπάστες, Αριστεροί Αλητήριοι, όπως πάντα, παράνομα και με συμπαιγνίες, μποϊκοτάρουν την Tesla (σημ: τη βιομηχανία αυτοκινήτων του Μασκ, οι πωλήσεις των οποίων έχουν πέσει διεθνώς – κατά το «Fortune» χθες έχασε $127 δισ. σε μία μόνο χρηματιστηριακή ημέρα), μία από τις πιο κραταιές αυτοκινητοβιομηχανίες σε όλο τον κόσμο, το “παιδάκι το Ίλον”.
Με μόνο στόχο να του επιτεθούν και να του κάνουν κακό. Το δοκίμασαν και σε μένα στις κάλπες του 2020 (σημ: ο Τραμπ ακόμα επιμένει ότι έγινε νοθεία), αλλά είδατε τελικά πως εκ των υστέρων δικαιώθηκα (σημ: που εξελέγη τώρα Πρόεδρος).
Όπως και να έχει, εγώ αύριο θα πάω και θα αγοράσω ένα ολοκαίνουργιο Tesla, ως μία ένδειξη εμπιστοσύνης και υποστήριξης προς έναν τεράστιο Αμερικανό (σημ: Μόνο τυπικά. Ουσιαστικά Νοτιοαφρικανός είναι…). Γιατί πρέπει να τιμωρηθεί επειδή μας βοηθά με τις εκπληκτικές ικανότητες που έχει, να ξανακάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά;;;».
Η ανάρτηση αυτή, βεβαίως, ανεβάστηκε στο Χ από τον ιδιοκτήτη του μέσου, τον Ίλον Μασκ. Έως χθες το βράδυ, είχε περίπου μισό εκατομμύριο likes.
Για να σοβαρευτούμε και λίγο, υπάρχουν προβλήματα στον πλανήτη, εδώ και πολλά χρόνια, μάλιστα, πολύ πιο σημαντικά από το αν και γιατί ένας πρόεδρος στενοχωριέται που ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο έχει αρχίσει να χάνει χρήματα επειδή κάποιοι …κακοί και αχάριστοι δεν αγοράζουν τα αυτοκίνητα του Μασκ, και δεν παραδέχονται πόσο «τεράστιος» είναι.
Ας πάμε λίγο πιο πίσω. Ή μάλλον, πολύ πιο πίσω. Για να θυμηθούμε που στεκόμαστε στη Γη μας και πόσο δύσκολο είναι να επιβιώσουμε.
Η ανθρωπότητα περνά εδώ και χρόνια δύο πολύ μεγάλες κρίσεις. Που μόνο λίγοι επιστήμονες και ειδικοί συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 μέχρι και τώρα, στα 2000 και βάλε, δύο είναι οι «βόμβες»: Κλιματική αλλαγή και ανισότητα εισοδημάτων. Ένας πολιτικός «άρπαξε» το πρώτο έγκαιρα και τον χλεύασαν. Ο αντιπρόεδρος του Μπιλ Κλίντον, από 1993-2001, Αλ Γκορ, 76, που άνοιξε πρώτος τη συζήτηση για το κλίμα και την ανισότητα και κανένας δεν ήθελε να ακούσει.
Πάλι καλά όμως που, όπως σημειώνει ο εξαιρετικός ο Σάιμον Κιούπερ σε μία από τις παλιότερες στήλες του στους «Financial Times», από το 2000 και μετά το Facebook και το Uber (μια αμερικανική πολυεθνική εταιρεία μεταφορών που παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς, υπηρεσίες ταχυμεταφορών, παράδοση φαγητού και μεταφορά εμπορευμάτων, με έδρα το Σαν Φρανσίσκο στη Καλιφόρνια και λειτουργεί σε περίπου 70 χώρες και 15.000 πόλεις παγκοσμίως.), άρχισαν να αλλάζουν, πραγματικά, τον κόσμο πολύ πριν οι πολιτικοί τους πάρουν καν είδηση.
Παρομοίως, γράφει ο Κιούπερ, η επιστημονική εφεύρεση που εισήγαγε το μοντέλο πίσω από το ChatGPT (Τεχνητή Νοημοσύνη) το 2017, επίσης, πέρασε στην αρχή απαρατήρητη από όλο το πολιτικό σύμπαν!
Μέσα σε αυτή τη λογική, λοιπόν και με τόσες μεγάλες και δύσκολες προκλήσεις, νομίζω ότι όλα τα μεγάλα συμβατικά Μέσα Ενημέρωσης οφείλουν να ακούν, να επαινούν και να προβάλουν τις απόψεις των ειδικών και να αφήνουν στην άκρη τους ανήξερους, αμαθείς, αστοιχείωτους και φανατισμένους.
Πολλούς από αυτούς, όχι μόνο διαβάζουμε και ακούμε πολλές φορές τις σαχλαμάρες τους, αλλά τους ψηφίζουμε κιόλας, ζώντας σε μια «άλλη εποχή», όπου ο φανατισμός (ιδίως ο θρησκευτικός), επιμένει να κρατά τον κόσμο στον Μεσαίωνα. Ευτυχώς, η επιστήμη είναι πολύ πιο «ισχυρή» από εκείνους που, σαν τον βουλευτή της Νίκης στην Ελλάδα, βανδάλισε έργα τέχνης στην Εθνική Πινακοθήκη επειδή ο καλλιτέχνης πρόσβαλε, τάχα, «την Παναγία μας». Όσοι πιστεύουμε πραγματικά, ξέρουμε μέσα στη ψυχή μας ότι η Παναγία μας είναι πολύ πιο «πάνω» από όλους αυτούς που Την εμπορεύονται!