Το διάσημο δικηγορικό γραφείο στον τελευταίο όροφο του παρισινού αρχοντικού, στην Rue de Vintimille, μεταξύ Place de Clishy και Pigalle, με την, αναμφίβολα πλούσια από κάθε άποψη, διακόσμηση του, πιο πολύ σε αίθουσα μουσείου έφερνε. Επιβλητικών διαστάσεων αφρικανικά και ασιατικά αγάλματα τοποθετημένα σε διάφορα σημεία, μια ταπισερί του 18ου αιώνα κάλυπτε τον τοίχο ακριβώς πίσω του, βαριές κουρτίνες ήταν τοποθετημένες στα μεγάλα παράθυρα για να προστατεύουν από το δυνατό φως του ήλιου τα βιβλία του Byron, του Chateaubriand, του Racine, του Rousseau που περιλαμβάνονταν στους 3.000 τόμους της βιβλιοθήκης, ενώ απέναντι του, πάνω σε μια τραπεζαρία στο βάθος του δωματίου, που επιλέξαμε στο τέλος της συνάντησης μας να φωτογραφηθούμε, βρισκόταν απλωμένη μια μεγάλη συλλογή από χειροποίητες και ασυνήθιστες σκακιέρες.

Εκείνες που με τίποτα δεν μπορούσε το μάτι σου να προσπεράσει, ήταν οι δύο πολυθρόνες με λακαρισμένο ξύλο, χρυσή ταπετσαρία και πλουμιστές παλμέτες, που στηρίζονταν σε κωνικά πόδια. Οι οποίες, όπως θα μάθαινα στη συνέχεια, είχαν κατασκευαστεί για την κατοικία της μητέρας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, το κάστρο Château de Meudon.

Ο ένοικος του διάσημου δικηγορικού της Rue de Vintimille , καθόταν στο ημίφως, μπροστά από το Λουδοβίκου XV έπιπλο γραφείου από μαόνι που μετά τον θάνατό του δημοπρατήθηκε προς 38.000 ευρώ, περιτριγυρισμένος από –προφανώς- τα φετίτχ του. Και όταν του είπα ότι ο λόγος που θέλησα και επεδίωξα να τον συναντήσω είχε να κάνει με τη Δικαιοσύνη και την αναζήτηση της Αλήθειας, ο 77χρονος τότε Jacques Verges, ο περιβόητος «Δικηγόρος του Διαβόλου» που υπερασπίστηκε μερικές από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες, τον τρομοκράτη Carlos – «Το Τσακάλι», τον αρχηγό της Γκεστάπο Klaus Barbie, τον «κόκκινο Χμερ»  Khieu Sampan και άλλους, άφησε να διαφανεί ένα χαμόγελο στα χείλη του.

«Περίμενα πως θα θέλατε να μιλήσουμε για τον Κάρλος», είπε.«Γι’ αυτά συνήθως με ρωτούν οι δημοσιογράφοι. Για τους πελάτες μου. Για τον Κάρλος, για τον Κλάους Μπάρμπι… Εσείς, πάλι, κάνατε τόσο δρόμο, ήρθατε από την Κύπρο στο Παρίσι, για να μιλήσουμε για τη Δικαιοσύνη. «Και για την Αλήθεια», έσπευσα να συμπληρώσω. Βασικά, με είχε παρακινήσει κάτι  που είχε πει σε μια συνέντευξη του, λίγο καιρό, προηγουμένως: «Δεν πιστεύω στη δικαιοσύνη. O μόνος που μπορεί να κρίνει είναι ο Θεός», είχε πει. Παράξενο και παράδοξο μου είχε ακουστεί. «Αν το έλεγα εγώ, δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία», είπα. «Το να το λέτε, εσείς, όμως, ο “δικηγόρος του διαβόλου”, τότε αποτελεί θέμα, δεν συμφωνείτε;». Το αμυδρό χαμόγελο ξαναφάνηκε στα χείλη του Jacque Verge.

Απ’ όσα στη συνέχεια εκείνης της ημέρας είπαμε, μιλώντας για τα σπουδαία και συναρπαστικά που έζησε, τα «μυστηριώδη κενά», τότε που εξαφανίστηκε από προσώπου γης και, ασφαλώς, τις περίφημες δίκες, ξεχωρίζω (κι) αυτό: «Η δικαιοσύνη, ξέρετε, μπορεί να είναι αναγκαία για την επιβολή της τάξης και τον έλεγχο της κοινωνίας, αλλά δεν είναι πάντοτε δίκαιη. Και δεν μπορεί να είναι δίκαιη από τη στιγμή που δεν γνωρίζει την Αλήθεια. Στη δίκη, ξέρετε, δεν βγαίνει η Αλήθεια. Βγαίνει η αλήθεια της δικογραφίας. Μιας δικογραφίας που ετοίμασαν τρίτοι. Οι δικαστές δεν είναι σίγουροι για τα γεγονότα. Aκούν τι υποστηρίζουμε κατά τη διάρκεια της δίκης εμείς οι δικηγόροι. Πολλές φορές, μάλιστα, για να κερδίσουμε τη δίκη, επιχειρηματολογούμε μ’ ένα δικό μας τρόπο πάνω σε συγκεκριμένα στοιχεία και δίνουμε τη δική μας ερμηνεία, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Την δική μας αλήθεια. Ένας μάρτυρας μπορεί να έχει καταθέσει ψέματα. Ένας εμπειρογνώμονας, μπορεί να έχει κάνει λάθος ή να παρέλειψε να ερευνήσει μια πτυχή. Οι δικαστές, όμως, δικάζουν βάσει αυτών που ακούν και αυτών που βλέπουν. Κι αυτά δεν είναι η Αλήθεια! Αλλά η αλήθεια της δικογραφίας…».

Τον Jacques Vergeς, που σε τρεις μέρες, στις 5 Μαρτίου, θα είχε γενέθλια, μου τον θύμισαν την περασμένη βδομάδα δυο δικαστικές αποφάσεις. Η πρώτη αφορούσε μια πτυχή του οικονομικού σκανδάλου του Συνεργατισμού, που στο τέλος της ημέρας έμεινε κι αυτό ορφανό όπως τα άλλα του τραπεζικού συστήματος, αφού οι έρευνες που μας διαβεβαίωναν ότι «προχωρούν και προχωρούν και προχωρούν συνέχεια…», μάλλον κουράστηκαν από το να προχωρούν και έφτασαν… εξαντλημένες στα δικαστήρια. Η δεύτερη απόφαση ήταν αυτή του ΕΔΑΔ, που εξέτασε προσφυγή της Βρετανίδας που είχε καταγγείλει ομαδικό βιασμό από ισραηλινούς. Σύμφωνα με την απόφαση, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας  επικράτησαν «προκατειλημμένα έμφυλα στερεότυπα και στάσεις που κατηγορούν το θύμα», και η όλη υπόθεση διακρίνεται για μια σειρά ελλείψεων και λαθών από τις ανακριτικές και διωκτικές Αρχές, καθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Γενικά τον θυμάμαι κάθε φορά που ακούω για μια «πολύκροτη υπόθεση» που πέφτει στα δικαστήριά μας ή που αθωώνονται κάποιοι επειδή είτε η κατηγορούσα αρχή δεν έκανε καλά τη δουλειά της, είτε επειδή το ανακριτικό έργο ήταν ελλιπές, ενίοτε με πρόδηλη πρόθεση και στις δύο περιπτώσεις το κουκούλωμα. Όποτε δηλαδή υπάρχει η υποψία ότι η δικογραφία προδίκασε το -επιθυμητό- αποτέλεσμα…