Η ανησυχία των κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών χωρών για αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής στο ουκρανικό με την επιστροφή Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, είναι πλέον μια πραγματικότητα. Οι χώρες της Ευρώπης δείχνουν μια αδυναμία που αγγίζει τα όρια της αμηχανίας σε σχέση με τις εξελίξεις γύρω από την Ουκρανία και τις επαφές του νέου Αμερικανού Προέδρου με τον Πρόεδρο της Ρωσίας. Η Ε.Ε. στην ουσία, μένει εκτός των εξελίξεων και μάλιστα για ένα θέμα που την αφορά άμεσα, διότι αποτελεί ζήτημα ευρωπαϊκό.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικός και τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη, ακούει τα όσα αξιώνει ο Ντόνολαντ Τραμπ για την Ουκρανία, χωρίς ουσιαστικά να εκφράζει την όποια αντίδραση. Ο Αμερικανός Πρόεδρος, δήλωσε πρόσφατα ότι θα προσπαθήσει «να πάρει πίσω τα χρήματα» της βοήθειας που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χορηγήσει στην Ουκρανία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, επί συμφωνίας για την εκμετάλλευση των ορυκτών πόρων της Ουκρανίας.
«Ζητάμε σπάνιες γαίες και πετρέλαιο, οτιδήποτε μπορούμε να πάρουμε», δήλωσε ο Τραμπ κατά το συνέδριο των συντηρητικών CPAC κοντά στην Ουάσινγκτον. «Προσπαθώ να πάρω πίσω τα χρήματα ή να τα διασφαλίσω. Θέλω να μας δώσουν κάτι για όλα αυτά τα χρήματα που επενδύσαμε», είπε ο Τραμπ.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος στα μέχρι σήμερα δείγματα γραφής του, αυτά που λέει τα εννοεί. Πώς θα χειριστεί άραγε η ΕΕ αυτή την νέα κατάσταση πραγμάτων;
Ενδεικτικό της κατάστασης και του προβληματισμού είναι και οι αναφορές και οι αναλύσεις που γίνονται σε διάφορα διεθνή ΜΜΕ. Σε χθεσινό δημοσίευμα του ΚΥΠΕ, γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Economist στις 17 Φεβρουαρίου με τίτλο: «Ο εφιάλτης μιας συμφωνίας Τραμπ-Πούτιν σοκάρει την Ευρώπη». Η ανάλυση εστιάζει στην αντίδραση της Ευρώπης σε μια πιθανή συμφωνία Τραμπ-Πούτιν σχετικά με την Ουκρανία.
Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «μετά από την έκτακτη σύνοδο στο Παρίσι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν την ανησυχία τους για το μήνυμα που έστειλε η κυβέρνηση Τραμπ: ότι η Ευρώπη δεν έχει θέση στις ειρηνευτικές συνομιλίες ΗΠΑ-Ρωσίας και ότι οι στρατηγικές πραγματικότητες εμποδίζουν τις ΗΠΑ να επικεντρωθούν πρωτίστως στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Σε δημοσίευμα επίσης με τίτλο «Πόλεμος στην Ουκρανία: Οι Ευρωπαίοι, περιθωριοποιημένοι από Τραμπ και Πούτιν, αποδεικνύονται διχασμένοι σχετικά με την αποστολή στρατευμάτων» των Philippe Ricard, Elise Vincent και Allan Kaval, που δημοσιεύτηκε στις 18 Φεβρουαρίου στην Le Monde, αναλύεται η διχογνωμία των Ευρωπαίων σχετικά με το ενδεχόμενο αποστολής στρατευμάτων στην Ουκρανία, καθώς οι ΗΠΑ και η Ρωσία φαίνεται να διαπραγματεύονται το τέλος του πολέμου χωρίς τη συμμετοχή τους. «Μετά από μια μίνι-σύνοδο στο Παρίσι, παρουσία οκτώ Ευρωπαίων ηγετών, καθώς και των επικεφαλής του ΝΑΤΟ και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, διαπιστώθηκε έλλειψη ενιαίας στάσης», αναφέρεται.
Σήμερα το θέμα της Ουκρανίας αναμένεται να απασχολήσει και το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.
Προχθές το Σάββατο, τα είπαν τηλεφωνικώς η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον Βρετανό Πρωθυπουργό και συμφώνησαν, όπως έγινε γνωστό, ότι η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει τις προσπάθειές της για χάρη της ευρωπαϊκής συλλογικής ασφάλειας.
Αυτό βέβαια είναι και το ζητούμενο για όλα τα κράτη της Ευρώπης. Η κρίση αυτή είναι ουσιαστικά μία υπόδειξη προς τις ευρωπαϊκές κυβέρνησης για την αποτυχία ολοκλήρωσης ενός ισχυρού ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Μιας ένωσης κρατών που να έχει τη δύναμη και την πολιτική βούληση να υλοποιεί αυτά που διακηρύττει ως βασικές αρχές της. Όπως για παράδειγμα την αλληλεγγύη των κρατών μελών της. Μπορεί όμως να το πράξει χωρίς ενιαία πολιτική άμυνας και ασφάλειας; Χωρίς κοινή εξωτερική πολιτική; Είναι κάποια ερωτήματα που θα πρέπει να προβληματίσουν ουσιαστικά τους Ευρωπαίους ηγέτες με αφορμή τη νέα κατάσταση πραγμάτων στο διεθνές πολιτικό σκηνικό.