Έστω και με το δικό του τρόπο ο Ντόναλντ Τραμπ έρχεται με την έναρξη της δεύτερης του θητείας να βάλει πίεση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση να πράξει το αυτονόητο. Να πράξει εκείνο το οποίο εδώ και καιρό σκεφτόταν αλλά ένεκα διάφορων κινήσεων (κάποιων ενδεχομένως και σκόπιμων) την απέτρεπαν από του να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός καθαρά ευρωπαϊκού αμυντικού μηχανισμού.
Ο Πρόεδρος Τραμπ είχε επιχειρήσει και κατά την πρώτη του θητεία να τοποθετήσει πάω σε μια νέα βάση την αμυντική συνεργασία ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Οι τοποθετήσεις Τραμπ οδήγησαν ορισμένους κύκλους στην ΕΕ, μεταξύ των οποίων και ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, στο να βάλουν στο τραπέζι τις σκέψεις τους για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας.
Αυτό σημαίνει πως η ΕΕ να μπορεί να λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο και να καθορίζει τα του οίκους τους, στο κομμάτι της άμυνας, από μόνη της. Ο πρώτος λόγος της αμυντικής θωράκισης της Ένωσης να βρίσκεται να βρίσκεται στα χέρια της ίδιας της ΕΕ και όχι να εξαρτάται εν πολλοίς από το ΝΑΤΟ. Οι δύο σχηματισμοί θα μπορούσαν να είναι ένα και το αυτό εάν βεβαίως είχαν τα ίδια κράτη μέλη.
Το ΝΑΤΟ ήταν για την μεταπολεμική Ευρώπη η ομπρέλα προστασίας απέναντι στη Σοβιετική απειλή. Με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας όλα τα κράτη του ανατολικού μπλοκ – τα οποία ήταν εκτός της επικράτειας της ΕΣΣΔ (Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) – πέρασαν στο δυτικό στρατόπεδο και εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ. Κάτι που ωστόσο δεν έφερε το τέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας όπως ενδεχομένως να θεωρείτο ως φυσιολογική εξέλιξη μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Κατάφερε να επιβιώσει μέσα από τα νέα δεδομένο καθώς ο εχθρός ΕΣΣΔ μπορεί να είχε διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη πλην όμως τώρα υπήρχε η Ρωσία. Και παρά το γεγονός ότι η ΕΕ και πλείστα κράτη μέλη άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας με τη Ρωσία, για το ΝΑΤΟ και τους σχεδιασμούς του παρέμενα ως κίνδυνος. Οι όποιες άλλες εξελίξεις σε άλλες γειτονικές με την Ευρώπη περιοχές ήταν κατά κανόνα εκτός ενδιαφέροντος του του ΝΑΤΟ.
Κατάφερε να επιβιώσει για πάνω από τρεις δεκαετίες μετά τη διάλυση του Ανατολικού Μπλοκ.
Η σύσταση ενός καθαρά αμυντικού σχεδιασμού κάτω από την ομπρέλα της ΕΕ θα σήμαινε ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία θα όδευε με μαθητική ακρίβεια προς τη δική της διάλυση. Προέκυψε όμως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που έφερε νέα δεδομένα στην κεντρική Ευρώπη. Οι Αμερικανοί, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ αλλάξει Πρόεδρος και τη θέση του Τραμπ πήρε ο Μπάιντεν, άφησαν κατά μέρος τις απειλές για διάλυση του ΝΑΤΟ και στην Ευρώπη τοποθέτησαν στα συρτάρια τις συζητήσεις για ευρωπαϊκό αμυντικό σχεδιασμό.
Η κατάσταση αυτή αναβάθμισε το ρόλο και τη σημασία του ΝΑΤΟ καθώς η ρωσική επιθετικότητα προκαλούσε φόβους όλες τις χώρες που γειτνίαζαν με τη Ρωσία αλλά και ευρύτερα την ευρωπαϊκή δύση. Μέχρι που επανήλθε ο Τραμπ για να επαναφέρει στη συζήτηση το θέμα της αμυντικής ικανότητας της Ευρώπης. Η Ουάσιγκτον απαιτεί ανοικτά από τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ να προχωρήσουν σε μεγαλύτερες εισφορές καθώς είναι για το καλό της δικής τους αμυντικής θωράκισης.
Και κατ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε μια σκέψη η οποία λίγο ή πολύ λέει, από την ώρα που τα πλείστα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερα χρήματα για την άμυνά τους γιατί να μην είναι στο πλαίσιο μιας ενιαίας ευρωπαϊκής άμυνας;
Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: είναι σε θέση η Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει αυτό το σημαντικό βήμα;
Γιατί καλώς ή κακώς ένα μεγάλο βάρος της ευρωπαϊκής αμυντικής θωράκισης πήγαινε στις ΗΠΑ. Και έχει εν μέρει δίκαιο ο Τραμπ που φωνάζει για το κόστος που πληρώνουν οι ΗΠΑ για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Οι ανάγκες στον τομέα της άμυνας είναι πολύ συγκεκριμένες. Όπως πολύ συγκεκριμένο είναι και το κόστος που χρειάζεται να καλυφθούν. Γι’ αυτό πέραν από τις εξαγγελίες οι ηγέτες της ΕΕ στη σύνοδο του Μαρτίου θα πρέπει να δείξουν αποφασιστικότητα για να κάνουν το μεγάλο αυτό βήμα.
Θα το πράξουν; Σήμερα φαίνεται πως το θέλουν όλοι. Σ’ ένα μήνα όμως τα δεδομένα μπορεί να διαφοροποιηθούν. Γι’ αυτό χρίζει προσεκτικής παρακολούθησης και μελέτης.