Ο Αναστάσιος δεν ήταν μόνο ένας καλός, ευγενικός, δοτικός, ακάματος, συμπαθής και αγαπητός ιεράρχης. Όπως έλεγε χθες ο Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος πρώην Αμερικής, ήταν και ευφυής. «Ένα πάρα πολύ δυνατό μυαλό». Ένας διανοούμενος της ορθόδοξης πίστης μας, που σεβάστηκε και κέρδισε τους ανθρώπους και όλων των θρησκειών.
Αυτό λείπει από πολλούς δικούς μας ιεράρχες. Ιδίως στην Κύπρο που, όσον αφορά τα μίση και πάθη περασμένων δεκαετιών, δεν αξιωθήκαμε έναν φωτισμένο ηγέτη της Εκκλησίας, που θα υπερβεί τα όρια του μίσους και του φανατισμού, και θα ενώσει τους ανθρώπους. Χριστιανούς και αλλόπιστους. Ακόμα και άθεους.
Ο Αναστάσιος δεν τόλμησε ποτέ να αλλάξει τις υπαρξιακές πεποιθήσεις των πολιτών στη χώρα όπου έλαχε να κάνει τη διακονία του. Προσπάθησε και πέτυχε να τους καταλάβει.
Πήγε σε μια χώρα με πολλά μίση και πάθη. Αλλά με θετική φιλοσοφία και πρακτική κέρδισε τους πιο πολλούς.
Αυτό που ζήσαμε χθες παρακολουθώντας τη νεκρώσιμη ακολουθία στη χριστιανική, ορθόδοξη εκκλησία των Τιράνων, μια στα ελληνικά, μια στα αλβανικά, ήταν για μένα πρωτοφανές και συγκλονιστικό.
Εναλλάσσονταν οι γλώσσες ωσάν να ήταν το ίδιο πράγμα.
Εκείνη τη στιγμή, ανοίχτηκε ξεκάθαρα μπροστά μου μια εικόνα από την υπέροχη ταινία «Γκάντι», όπου ο Μαχάτμα πήρε μαζί του έναν Αμερικανό δημοσιογράφο για να δει την πόλη όπου γεννήθηκε.
Είναι το Προπαντάρ, μια γραφική, μικρή πόλη, παραθαλάσσια πόλη, που τη βρέχει η Αραβική Θάλασσα. Μια πόλη γεμάτη από Ινδουιστές, Μουσουλμάνους, Σιχ, Εβραίους και Πέρσες ακόμα.
Η οικογένεια ήταν Ινδουιστές. Αλλά –όπως εξήγησε στον Αμερικανό δημοσιογράφο– στον δικό τους ναό ο ιερέας τελούσε τη λειτουργία ψάλλοντας αποσπάσματα από το μουσουλμανικό κοράνι και τα ινδουιστικά Βίντας, εναλλάσσοντας το ένα με το άλλο, ωσάν να μην είχε τόση σημασία το τι έγραψε κάθε βιβλίο, αρκεί να δοξαζόταν ο Θεός. Όποιος Θεός!
Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της τελετής, εξόκειλε το μυαλό μου στην Κύπρο. Έριχνα και μερικές ματιές στον Αρχιεπίσκοπό της. Θα ήθελα πολύ να ήμουν μες το δικό του μυαλό εκείνη τη στιγμή, να ζυγίσω τις σκέψεις του καθώς ακούγαμε όλοι, από πολλούς ομιλητές, πώς κατάφερε ο Αναστάσιος να φέρει κοντά δύο διαφορετικές κοινότητες που, διαχρονικά, δεν είχανε καμία επαφή μεταξύ τους. Αντίθετα, μισιούνταν.
Πέρασε, άραγε, από τη σκέψη του η βασική ιδέα που είχε και εξέλιξε ο εκλιπών Αρχιεπίσκοπος; Μια ιδέα βαθύτατα χριστιανική, αλλά αναπόφευκτα και πολιτική. Να συνεισφέρει στην ανάπλαση μιας κοινωνίας ρημαγμένης, και να φέρει κοντά τα πιο δημιουργικά και εύψυχα μέλη της…
Υπήρχαν πολλά, και υπάρχουν ακόμα, ευτυχώς, λιγότερα προβλήματα μεταξύ των πληθυσμών, ιδίως στις ελληνόφωνες περιοχές. Τα ελληνόφωνα χωριά δέχονταν πολλές πιέσεις παλιότερα. Αυτό σταμάτησε γιατί οι ίδιοι οι άνθρωποι «ανοίχτηκαν» και άρχισαν να μοιράζονται πράγματα που τους έφερναν κοντά και να αφήνουν στην άκρη όσα τους χώριζαν.
Ο στυλοβάτης αυτής της μετάλλαξης ήταν ο απλός παπάς που αποχαιρετίσαμε χθες. Ο Αναστάσιος, που δεν κατοικούσε σε χρυσοποίκιλτη Αρχιεπισκοπή, ούτε και έβγαλε ποτέ πατριωτικά κηρύγματα. Μιλούσαν οι πράξεις του…
Εκείνο που κρατώ από τις λίγες φορές που συναντήθηκα και συνομίλησα με τον Αλβανίας Αναστάσιο, ήταν το λαμπερό χαμόγελο στα μάτια του! Καθρέφτης αλήθειας.
Το ίδιο εισπράττω και νοιώθω από τον πνευματικό μου, έναν απλό ιερέα στην Κύπρο. Που χαμογελάει ακόμα κι όταν χάνομαι…