Πλήρης ημερών αλλά και με ένα τόσο πολυσχιδές και πολυδιάστατο έργο, έφυγε για να περάσει στην αιωνιότητα o φωτισμένος Ιεράρχης. Δεν είναι μόνο η Ορθοδοξία που θρηνεί, αλλά ο παγκόσμιος πολιτισμός.
Η όλη βιωτή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου, αναδεικνύει την ιστορία μιας τόσο ξεχωριστής προσωπικότητας, που αγγίζει τα όρια του μοναδικού στο Ορθόδοξο, αλλά και το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Τολμούσε να θέτει υπό αμφισβήτηση μια εικόνα της Ορθοδοξίας ως Εκκλησίας κλειστής, εγκλωβισμένης σε στενότητα ορίων, ελάχιστα εμπλεκόμενης στο ευρύτερο περιβάλλον και περιθωροποιημένης ως προς την αποστολή της στον κόσμο.
Ασύγκριτη ιερατική μορφή, στα εκκλησιαστικά και όχι μόνο, δρώμενα. Και αυτό, παρόλη την απλότητα της ζωής του, έμπλεης μιας χαρισματικής διάστασης, που παρέπεμπε στον άρρηκτο συνδυασμό λόγου και πράξης, ανιδιοτελούς προσφοράς, αλλά και υψηλής θεολογικής ενατένισης των σύγχρονων παγκόσμιων προβλημάτων. Δεν υπήρξε ποτέ ο Ιεράρχης της επιφάνειας και των στείρων εντυπώσεων.
Ενέπνεε πάντοτε αθόρυβα, προσφέροντας ένα εναλλακτικό, ταυτόχρονα όμως δοκιμασμένο ανά τους αιώνες τρόπο ζωής, που εδραιώνεται σε βασικές αρετές της Ορθοδοξίας. Κυρίως στην ευχαριστιακή αντίληψη του κόσμου, κατέθετε μια ξεχωριστή πρόταση και μαρτυρία. Όλα δομημένα και τόσο αρμονικά συνυφασμένα και μεταρσιωμένα στην προσωπική επιβεβαίωση του γεγονότος της Ανάστασης, ως κεντρικού άξονα της ζωής και της διδασκαλίας του.
Ο λόγος ειδικότερα που άρθρωνε για την παρουσία της Ορθοδοξίας, αποτυπώνεται τόσο αποκρυσταλλωμένα: «Επιβάλλεται η στενότερη συνεργασία όλων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, η ουσιαστική αλληλοστήριξη, αλλά και η καλλιέργεια της οικουμενικής συνειδήσεως της Ορθοδοξίας. Ενωμένοι με τον Χριστό μέσα στην Εκκλησία υπερβαίνουμε το προσωπικό μας «εγώ» ή το εθνικό μας «εμείς» για να συναντήσουμε με κατανόηση και αγάπη όλους τους ανθρώπους και όλους τους λαούς».
Στο πρόσωπο, ακριβώς, του Αναστάσιου βρίσκει την έκφρασή της η Ιεραποστολή και η άσκησή της στο σύγχρονο κόσμο, σύμφωνα με τη δική του έμπνευση και το δικό του ζωντανό παράδειγμα και σε αντίθεση με την παρατηρούμενη ιεραποστολική απραξία. Με αρχές το σεβασμό του πλησίον, το λόγο του Θεού στη γλώσσα του κάθε λαού, το σεβασμό της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, των ηθών και των τοπικών παραδόσεων, άνοιγε μια μεγάλη αγκάλη για όλο τον κόσμο.
Οι ευαισθησίες του για την Κύπρο δεν έλειπαν. Μετά την τραγωδία του 1974 πρωτοστάτησε στην οργάνωση της σίτισης χιλιάδων Κυπρίων φοιτητών στην Αθήνα. Ιστορικό επίσης είναι το μεγάλο συλλείτουργο που πραγματοποιήθηκε στην Φανερωμένη, σε επίσκεψη του στην Κύπρο, στις 5 Οκτωβρίου του 2008. Στην αντιφώνησή του εξέφρασε τη συγκίνησή του γιατί αισθανόταν ότι πατούσε σε άγια χώματα. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ του απένειμε την ανώτατη διάκριση της Εκκλησίας της Κύπρου, το χρυσό παράσημο του απ. Βαρνάβα. Ξεχωριστός καθ’ όλα Ιεράρχης, με όλα στο πρόσωπό του πλημμυρισμένα από άπλετο φως, που εκπέμπει πλέον στην αιωνιότητα.