Στην αποβάθρα του «Εναέριου», ένας ερασιτέχνης ψαράς κάθεται από το πρωί στο πτυσσόμενο σκαμνί του, κοιτά τα κύματα που σπάνε στην ακτή, τα αγκυροβολημένα καράβια και τον διαυγή ορίζοντα στο βάθος. Πολύ αμφιβάλλω αν βρέθηκε εκεί για την ελάχιστη ψαριά που ίσως πιάσει μετά από ώρες. Θα μπορούσα όμως να πω με βεβαιότητα πως ο λόγος που εγκαταστάθηκε στην άκρη της αποβάθρας είναι για να απολαύσει τις ζωντανές θαλασσογραφίες που σχηματίζονται γύρω του και να γίνει ένα με τη θάλασσα.
Αράζω στην αμμουδιά με το βιβλίο μου και το σκυλί που τρέχει χαρούμενο, κυνηγώντας τα κύματα. Τη γαλήνη του σκηνικού σπάει μια χριστουγεννιάτικη μουσική που ακούγεται στη διαπασών από τον δρόμο. «Santa Claus is Coming to Town!». Ο Άγιος Βασίλης που τριγυρνά στην πόλη της Λεμεσού καθισμένος θεωρείο, πρώτη θέση, σε ένα εγγλέζικο λεωφορείο, από αυτά τα διώροφα, χωρίς σκεπή, σκορπίζοντας το «Christmas Spirit» του, το πνεύμα των Χριστουγέννων.
Γέλασα με την εικόνα που παραπέμπει σε Απόκριες και σκέφτηκα πως δικαίως οι κάτοικοι των άλλων πόλεων αποκαλούν εμάς τους Λεμεσιανούς «οι κεταλαπόγκο». Εδώ κάναμε το καρναβάλι θρησκεία. Τώρα, δύο εβδομάδες μετά από τις γιορτές και ενώ τα συνεργεία του δήμου ξεστολίζουν την πόλη από τα λαμπιόνια και τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, ξέρουμε πως όπου να ‘ναι οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης θα γεμίσουν και πάλι με γιγάντιες φιγούρες από μασκαράδες και πολύχρωμες σημαιούλες.
Θα βγαίνει στους δρόμους κι ο ντελάλης με τη ντουντούκα του, διαλαλώντας το πρόγραμμα της κάθε μέρας από τη Τσικνοπέμπτη έως και την Κυριακή της Τυρινής κατά την οποία η πόλη θα γεμίσει με τρακτέρ, ντυμένα κι αυτά αποκριάτικα τα οποία θα τραβούν τα καρναβαλίστικα άρματα της μεγάλης παρέλασης. Κάθε χρονιά ξεπερνούν τα 100 και πίσω από κάθε άρμα ακολουθούν έως 500 πεζοί, ο μεγαλύτερος επιτρεπτός αριθμός που ορίζει ο δήμος, κάτι που οι πλείστοι ομαδάρχες ουδέποτε σέβονται, εφόσον έτσι αυξάνονται και τα οικονομικά τους κέρδη.
Τα έκτροπα επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, είναι κοινό μυστικό πως γίνεται χρήση ουσιών μεταξύ των καρναβαλιστών. Ανύποπτοι μαθητές και νέοι επιστρέφουν στο σπίτι τους χωρίς να θυμούνται πώς βρέθηκαν εκεί, σε έκσταση ή εντελώς λιώμα. «Μας πρόσφεραν στην ομάδα μας από ένα σφηνάκι και μετά δεν θυμάμαι τίποτα». Είναι αποτρόπαιο να κυκλοφορούν ναρκωτικές ουσίες και ούτε ο δήμος ούτε η αστυνομία ή οι όποιες αρμόδιες υπηρεσίες για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών να αδυνατούν να το ελέγξουν. Οι πολίτες ανά το παγκύπριο νιώθουν ανυπεράσπιστοι ενώ η αστυνομία έχει χάσει εντελώς την αξιοπιστία της.
Σε μια παράκτια πόλη μέχρι και ο ενδυματολογικός κώδικας διαφέρει. Εδώ μπορείς να συναντήσεις το πρωί στον φούρνο πελάτες να ψωνίζουν φορώντας μόνο το μπουρνούζι τους. Χειμερινοί κολυμβητές! Ενώ τα καλοκαίρια βλέπεις στον δρόμο ή στην υπεραγορά ηλικιωμένες κυρίες με παρεό ή σορτσάκια και μαγιό. Η θάλασσα και η αλμύρα δίνουν μια ελευθερία και μια «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» στους κατοίκους της.
Ακόμη και στον κινηματογράφο υπάρχουν λεμεσιανοί κώδικες. Όταν τελευταία παίχτηκε η βραβευμένη με χρυσό φοίνικα ταινία του Almodóvar “Τhe Room Next Door”, στη μια εβδομάδα κατέβηκε εφόσον η αίθουσα παρέμενε άδεια. Ταυτόχρονα είχε αρχίσει η προβολή του «Υπάρχω» με τα ταμεία να σπάνε, εφτά μέρες την εβδομάδα. Πρόκειται για μια ευχάριστη και αξιοπρεπέστατη ταινία για τον αγαπημένο Στέλιο Καζαντζίδη. Οι βιογραφίες αποτελούν ένα εξαιρετικά δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα για τον κάθε σκηνοθέτη. Δεν ξέρω τι ζήσατε εσείς οι κάτοικοι άλλων πόλεων αλλά εμείς οι «κεταλαπόγκο», είδαμε τους θεατές να τραγουδάνε κατά την ώρα της προβολής, να σηκώνονται και να χορεύουν στους διαδρόμους ή μπροστά από την οθόνη κάνοντας ζεϊμπεκιές. Ποτέ ξανά δεν είδαμε σε μια αίθουσα, παιδιά, γονείς και παππούδες να επι-κοινωνούν και να ευαγγελίζονται με ιερά κατάνυξη την ίδια ταινία.
Ο Καζαντζίδης με την υπέροχη μοναδική του φωνή κατάφερε ίσως να αποδώσει την καθαρή ελληνική ψυχή, όπου ο λυγμός πνίγεται και δεν γίνεται κλάψα ή μεμψιμοιρία. Οι απόκληροι και οι μετανάστες δεν θρηνούν, δεν γονατίζουν, απλά διαμαρτύρονται και αγωνίζονται μέσω της μουσικής του. Άνθρωποι φτωχοί αλλά όχι μίζεροι. Αυτό κάνει τη μεγάλη διαφορά εν σχέσει με άλλους λαούς.
Ο Έλληνας μέσα στη φτώχια του, μοιράζεται, γιορτάζει, δίνει, κερνά στην ονομαστική του. Μετατρέπει την πεζή και σκληρή καθημερινότητα και τον αγώνα για επιβίωση σε γιορτή. Απλές χειρονομίες μετατρέπονται σε μικρά θαύματα, δίνοντας χαρά και χρώμα στη ζωή, όπως «Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο!» (Μονόγραμμα, Οδυσσέας Ελύτης).
Αγαπητοί αναγνώστες σας αφήνω, για να ξεστολίσω το χριστουγεννιάτικό μου δέντρο και να ανεβάσω τα αποκριάτικα μου. Σας περιμένουμε τον Φεβρουάριο στην «Εδώ Λεμεσός»!
Φωτογραφία: Ανδρέας Χριστοφόρου