Η εξωτερική πολιτική δεν ήταν ποτέ ένα από τα ατού της κυπριακής πολιτικής πραγματικότητας. Ούτε και την εποχή του Μακαρίου (που οι οπαδοί του τον θεωρούν ακόμα και σήμερα αυθεντία) αλλά ούτε και στα επόμενα χρόνια μπορεί να πει κανείς ότι η εξωτερική πολιτική ήταν κάτι που ξεχώριζε. Οι λογικές που επικρατούσαν και οι προσεγγίσεις που ακολουθούσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα ή τουλάχιστον όσα ήλπιζαν οι διάφοροι κυβερνώντες ότι μπορούσαν να αποδώσουν.  

Εάν βγάλουμε από το κάδρο την ενταξιακή πορεία της Κύπρου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε δύσκολα θα βρούμε κάτι άλλο που θα δείχνει ένα σαφή προσανατολισμό σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ακόμα και την περίοδο κατά την οποία (σχεδόν) όλη η Κύπρος ήταν στοχοπροσηλωμένη στην ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής υπήρχαν σκαμπανεβάσματα. Με τη Ρωσία να βρίσκεται για χρόνια στο κάδρο των χωρών με τις οποίες η Κύπρος προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα αντίβαρο τον άξονα ΗΠΑ-Βρετανία-ΕΕ.  

Έτσι ενώ η Κύπρος πορευόταν ολοκληρωτικά προς την ΕΕ οι κυβερνώντες στη Λευκωσία έκλειναν και συμφωνίες με τους Ρώσους. Έκλειναν συμφωνίες εκατομμυρίων για αγορά οπλικών συστημάτων, έκλειναν συμφωνίες πολλών εκατομμυρίων με ολιγάρχες από τη Ρωσία και άλλες χώρες του πρώην σοβετικού μπλοκ. Συμφωνίες οι οποίες ενίσχυαν την καχυποψία των δυτικών εταίρων της Κύπρου στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα προσέφεραν επαρκή δικαιολογητικά σ’ όσους ήθελαν να προκαλέσουν ζημιά στην Κύπρο.  

Μετά, λοιπόν, από αρκετές παλινδρομήσεις καταφέρνει τελικά τα τελευταία λίγα χρόνια να αρχίσει να κινείται προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση. Υπάρχει μια πολύ στοχευμένη κατεύθυνση για την εξωτερική πολιτική της Κύπρου η οποία, εκ του αποτελέσματος, φαίνεται να είναι αποδοτική. Αν και κάποιοι φωνάζουν στο εσωτερικό (αλλά και στη γειτονιά) εντούτοις η πορεία των πραγμάτων δεν έχει διαφοροποιηθεί κι αυτό προς όφελος της Κύπρου.  

Η τελευταία απόφαση της Ουάσιγκτον για προσχώρηση της Κύπρου σε τρία προγράμματα άμυνας και ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών έρχεται να καταδείξει το πόσο σημαντικό είναι η εξωτερική πολιτική μιας χώρας (ιδιαίτερα εάν είναι μικρή όπως η Κύπρος) να έχει ουσία και να μην είναι μόνο φλυαρία. Γιατί στο παρελθόν κατά κανόνα η Κύπρος ασκούσε μια εξωτερική πολιτική η οποία είχε ως κύριο χαρακτηριστικό της τη φλυαρία και το μουρμουρητό παρά να κοιτάξει την ουσία.   

Πρόκειται περί μιας εξέλιξης η οποία μπορεί να έχει περισσότερη σημασία σε επίπεδο πολιτικής και διπλωματίας παρά στρατιωτικής ουσίας. Η διάταγμα που υπέγραψε ο Τζο Μπάιντεν ανοίγει μια σημαντική στρατιωτική πόρτα για την Κύπρο, αλλά την ίδια ώρα της προσφέρει και σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό όπλο τα οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει σε διάφορα άλλα επίπεδα και θέματα. Σε στρατιωτικό επίπεδο οι ανάγκες που θα καλυφθούν είναι πολύ συγκεκριμένες και δεν είναι κάτι που θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Όπως πολύ συγκεκριμένα είναι και το όποιο στρατιωτικό υλικό θέλει να αποκτήσει η Κύπρος. Σίγουρα οι ΗΠΑ μπορούν να προσφέρουν τα πάντα όσον αφορά στρατιωτικό υλικό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και η Κύπρος είναι σε θέση να πάρει αυτό το υλικό.  

Όμως δεν είναι αυτό μόνο που έχει σημασία. Μεγάλη σημασία είναι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και δεν έχει να κάνει μόνο ότι δυτική κατεύθυνση στην οποία κοιτάζει η κυπριακή κυβέρνηση. Εκείνο που έχει σημασία και βαρύτητα είναι πως στα θέματα εξωτερικής πολιτικής υπάρχει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα τόσο για την πορεία προς την οποία πρέπει να κινείται ο τόπος, αλλά και ως προς το ποιοι είναι φίλοι και ποιοι αντίπαλοι.  

Παράλληλα είναι πολύ ξεκάθαρο στη Λευκωσία, τουλάχιστον σε επίπεδο κυβέρνησης, πως δεν μπορεί να ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική που θα αρέσει στην Άγκυρα, αλλά κατανοεί ότι πρέπει να ακολουθεί μια πορεία η οποία – εκεί και όπου πρέπει να βρίσκεται απέναντι από τις τουρκικές στοχεύσεις. Το κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών δεν είναι εδώ για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας αλλά πρώτα και πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα των Κυπρίων. Κι αυτό είναι που πράττει.