Η ΑΠΟΦΑΣΗ του Αμερικανού Προέδρου, Τζο Μπάιντεν, να εντάξει τη χώρα μας σε τρία σημαντικά αμυντικά προγράμματα, αντανακλά εν πολλοίς το στρατηγικό βάθος των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Κυπριακής Δημοκρατίας. Η απόφαση αυτή τερματίζει μια μακρά άδικη και απαράδεκτη πρακτική επιβολής εμπάργκο αγοράς όπλων στο θύμα της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής.
ΓΙΑ να φθάσουμε στο προεδρικό διάταγμα έγιναν πολλά βήματα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θητείας του Ντόναλτ Τράμπ ενώ η κορυφαία στιγμή ήταν η συνάντηση, τον περασμένο Νοέμβριο, μεταξύ του Τζο Μπάιντεν και του Νίκου Χριστοδουλίδη, στο Λευκό Οίκο. Υπενθυμίζεται για λόγους που έχουν σχέση με το τι θα γίνει στη συνέχεια ενόψει της αλλαγής φρουράς στο Λευκό Οίκο, πως η διαδικασία αναβάθμισης της Κύπρου άρχισε κατά την πρώτη διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Σημειώνεται πως αυτό έγινε με πρωτοβουλία του τότε υφυπουργού Εξωτερικών, Γουές Μίτσελ, και προχώρησε με τις ευλογίες του Προέδρου.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ αυτή σηματοδοτεί την αλλαγή του αμυντικού προφίλ της Κύπρου μέσα από τη δυνατότητα αγοράς στρατιωτικού υλικού, αλλά και μέσα από το πρόγραμμα εκπαίδευσης. Η Ουάσινγκτον εντάσσει την κίνηση αυτή, στην εμβάθυνση των σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία, που συνδέονται με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο που διαδραματίζει η Λευκωσία καθώς και την αναγνώριση της χώρας ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
ΠΡΟΦΑΝΩΣ και οι Αμερικανοί μέσα από αυτή την κίνηση εξυπηρετούν τα συμφέροντα ασφάλειας τους στην περιοχή. Προφανώς και συνήθως περισσότερα κέρδη έχει ο δυνατός. Αλλά αυτό εξαρτάται πώς αξιοποιούνται οι σχέσεις και οι συνεργασίες.
ΣΥΜΦΩΝΑ και με την γραπτή δήλωση της Προεδρίας, η στρατηγική αυτή συνεργασία ενισχύει τον ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως θεμέλιο ασφάλειας, σταθερότητας και διπλωματικής επιρροής στην περιοχή, ενώ, παράλληλα, αναδεικνύει την πολιτική σταθερότητα και τη διεθνή αξιοπιστία του κυπριακού κράτους.
ΕΙΝΑΙ σαφές πως η αμερικανική απόφαση αξιολογείται από τη Λευκωσία ως επιβεβαίωση της στρατηγικής αξίας της Κύπρου «στην ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα και εκπέμπει ισχυρά πολιτικά μηνύματα για την εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών». Κι αυτή η εξέλιξη, σύμφωνα πάντα με τον Πρόεδρο, ενισχύει «και την αδιάκοπη προσπάθειά μας για τερματισμό της κατοχής και για οριστική επίλυση του κυπριακού προβλήματος».
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για μια σημαντική εξέλιξη, γεωπολιτικής σημασίας, την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε στη σωστή της διάσταση. Με αυτή την εξέλιξη η Κύπρος δεν καθίσταται ούτε ορμητήριο των ΗΠΑ, ούτε και εξαρτώμενη χώρα από την Ουάσινγκτον. Είμαστε άλλωστε κράτος-μέλος της Ε.Ε. με σαφή προσανατολισμό και αξιοποιούμε μια συμφωνία συνεργασίας, εξυπηρετώντας τα δικά μας συμφέροντα.